Ντόρις Ντέι, η αγαπημένη της Αμερικής στα χρόνια της αθωότητας

0


Η Ντόρις Ντέι (1922-2019), την εποχή που μεσουρανούσε. Τραγουδίστρια και ηθοποιός συνδέθηκε με τη χρυσή εποχή του Χόλιγουντ, κυρίως της δεκαετίας του 1950. Ηταν ιδανική παρτενέρ του Ροκ Χάτσον.

Σε μια ανέφελη σελίδα του παλιού Χόλιγουντ, το πρόσωπο της Ντόρις Ντέι λάμπει. Είναι η ενσάρκωση της μεταπολεμικής Αμερικής, ένα πρόσωπο καθαρό και καθησυχαστικό, αγαπητό και δημοφιλές. Η Ντόρις Ντέι, με τα χρυσά μαλλιά και το λευκό χαμόγελο, ήταν η σταρ που μπορούσες να εμπιστευθείς. Δίπλα στην Αβα Γκάρντνερ, στη Λάνα Τάρνερ και στην Ελίζαμπεθ Τέιλορ, η Ντόρις Ντέι ήταν το κορίτσι της διπλανής πόρτας. Σε καταλάβαινε και την καταλάβαινες.

Αλλά αυτό το «κορίτσι» δεν ήταν ένα τυχαίο κορίτσι. Στα εξώφυλλα του Photoplay και του Modern Screen, με εκείνη τη χρωματιστή απόχρωση της Kodachrome, η Ντόρις Ντέι μεσουρανούσε. Η φωνή της ταξίδευε σε όλον τον κόσμο και η μελωδία από το «Sentimental Journey» έφερνε κόμπο στον λαιμό. Είχε κυκλοφορήσει το 1945, ήταν η πρώτη, πραγματικά, μεγάλη επιτυχία της και έγινε ο συναισθηματικός ύμνος όσων Αμερικανών πολεμούσαν στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και λαχταρούσαν να γυρίσουν σπίτι. Για την Ντόρις, την κόρη ενός δασκάλου μουσικής και μιας νοικοκυράς, ήταν η άνοδος σε ένα φωτεινό στερέωμα.

Δύσκολα μπορεί κανείς σήμερα να αντιληφθεί τη δύναμη ενός χολιγουντιανού αστέρα της χρυσής εποχής. Η Ντόρις Ντέι ανήκε σε εκείνη τη γενιά που αναδύθηκε μετά τον πόλεμο, και αν και το Χόλιγουντ ήταν κραταιό στη δεκαετία του ’40, στη δεκαετία του ’50 γνώρισε μια αναγέννηση με τη νέα γενιά που είχε γεννηθεί στα χρόνια του Μεσοπολέμου. Η Ντόρις Ντέι, γεννημένη το 1922, δεν είχε σκεφθεί τον κινηματογράφο. Αρχικά ήθελε να γίνει χορεύτρια. Ηταν ένα εξαιρετικά ταλαντούχο πλάσμα που κέρδιζε την προσοχή, όχι μόνο με τα χαρίσματά της αλλά και με τον καλοσυνάτο χαρακτήρα της. Ενα τροχαίο ατύχημα, όμως, που συνέβη όταν ήταν 15 ετών, της στέρησε τη δυνατότητα να ακολουθήσει τον χορό που τόσο αγαπούσε. Μετά την ανάρρωσή της, το τραγούδι ήταν η μόνη και η απόλυτα φυσική επιλογή. Η μητέρα της, διακρίνοντας το ταλέντο της κόρης της, την ώθησε να πάρει μαθήματα τραγουδιού. Η δασκάλα της, Γκρέις Ρέιν, είδε αμέσως πόσο ξεχωριστή περίπτωση ήταν η Ντόρις και η πρόοδος υπήρξε γοργή.

Στη δεκαετία του 1940, το αμερικανικό τραγούδι, οι μεγάλες ορχήστρες, η τζαζ, ήταν στην ακμή τους. Η Ντόρις Ντέι ενηλικιώθηκε φωνητικά μέσα σε μια πραγματική αναγέννηση με σπουδαία ονόματα να μεσουρανούν εκείνα τα χρόνια. Η ίδια διέθετε ένα θαυμάσιο ηχόχρωμα, μια φωνή ιδιαίτερη και αξιομνημόνευτη, ζεστή και παράδοξα οικεία, εμψυχωτική και παρηγορητική. H καριέρα της ως τραγουδίστριας ήταν σε ανοδική τροχιά, όταν σε ένα από τα προγράμματά της ερμήνευσε το κλασικό τραγούδι του Γκέρσουιν «Embraceable you». Η ερμηνεία της έκανε τέτοια εντύπωση, που της προτάθηκε να παίξει στον κινηματογράφο. Η Ντόρις Ντέι –προς μεγάλη της έκπληξη– κέρδισε τον ρόλο για το «Romance of the High Seas» (1948) που σκηνοθετούσε ο Μάιλ Κέρτις και –χωρίς να μπορούσε ποτέ να το φανταστεί– άρχισε μια λαμπρή κινηματογραφική πορεία που διήρκεσε ώς τα μέσα της δεκαετίας του ’60. Μέσα σε δύο χρόνια, η καριέρα που θα ακολουθούσε είχε στρωθεί. Στην πρώτη, κιόλας, ταινία τραγουδάει το «It’s Magic», που έκτοτε είναι στο πάνθεον του αμερικανικού τραγουδιού, και δύο μήνες αργότερα ηχογραφεί το «Love Somebody». Στην ταινία «My Dream Is Yours» (1949) ακούγεται το «Someone Like You». Το 1950, η Ντόρις Ντέι είναι από τα πρώτα ονόματα του Χόλιγουντ.

Σήμερα, όσοι από τους νεότερους θυμούνται την Ντόρις Ντέι ξέρουν χωρίς αμφιβολία το «Que Sera, Que Sera», που ακούστηκε στην ταινία του Χίτσκοκ «Ο άνθρωπος που ήξερε πολλά», όπου η Ντόρις Ντέι είχε παρτενέρ τον Τζέιμς Στιούαρτ. Ηταν ένας από τους πολλούς άνδρες αστέρες του Χόλιγουντ με τους οποίους η Ντόρις Ντέι ήταν κινηματογραφικό ζευγάρι. Επαιξε με πολλούς ακόμη, με τον Τζέιμς Γκάρνερ, τον Κλαρκ Γκέιμπλ, τον Ρίτσαρντ Γουίντμαρκ, τον Κάρι Γκραντ, τον Φρανκ Σινάτρα, τον Ντέιβιντ Νίβεν, τον Τζέιμς Κάγκνεϊ, τον Τζακ Λέμον, όλους ονόματα πρώτου μεγέθους. Αλλά με κανέναν δεν ταίριαξε τόσο πολύ όσο με τον Ροκ Χάτσον.

Η δεκαετία του 1950, χρυσή και για την Ντόρις Ντέι και για το Χόλιγουντ (που ζούσε την τελευταία φάση των πανίσχυρων στούντιο), κορυφώθηκε με την κινηματογραφική συνάντηση Ντόρις Ντέι-Ροκ Χάτσον. Στο «Pillow Talk» (1959) ήταν το πιο χαρισματικό ζευγάρι, σε ένα τρίγωνο με τον Τόνι Ράνταλ. Ηταν τέτοια η επιτυχία της ρομαντικής κομεντί, φρέσκια για την εποχή της, δροσερή και ανάλαφρη, που το τρίο Ντόρις Ντέι-Ροκ Χάτσον-Τόνι Ράνταλ συναντήθηκε σε δύο ακόμη ταινίες, στο «Lover Come Back» (1961) και στο «Send Me No Flowers» (1964). Ηταν η κορύφωση πριν από την πτώση, καθώς η Ντόρις Ντέι εξέφραζε τόσο βαθιά και απόλυτα τη δεκαετία του 1950 που δύσκολα μπορούσε η εικόνα της αλλά και η ίδια ως προσωπικότητα να συμβαδίσουν με τον αέρα αλλαγής μετά το 1963-65.

Η Ντόρις Ντέι είχε δηλώσει ότι η αγαπημένη της ταινία ήταν το «Calamity Jane» (1953), ίσως γιατί ήταν ο εαυτός της, ένα «αγοροκόριτσο». Τυπικά, η Ντόρις Ντέι είχε μια καριέρα μισού αιώνα (1939-1989), αλλά ουσιαστικά η μεγάλη της ακμή ήταν ανάμεσα στο 1948 και στο 1964. Η προσωπικότητά της δεν ήταν τυπική μιας σταρ. Από μικρή είχε μεγάλη ευαισθησία απέναντι στα ζώα και σταδιακά αφιερώθηκε στη φιλοζωία. Η αφοσίωση αυτή έγινε σκοπός ζωής και ήταν ένα σημαντικό αντίβαρο στα χρόνια που ακολούθησαν την παραγκώνισή της από το Χόλιγουντ ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1960. Εκανε τέσσερις γάμους. Ο πιο τραυματικός ήταν ο επί 17 χρόνια γάμος της με τον Μάρτιν Μέλτσερ. Ο Μέλτσερ, που είχε αναγνωρίσει τον γιο της Ντόρις Ντέι από τον πρώτο της γάμο, την εκμεταλλεύθηκε οικονομικά και την άφησε χρεωμένη και δεμένη με ένα συμβόλαιο που την υποχρέωνε να κάνει τηλεόραση.

Από το 1968 ώς το 1973, το τηλεοπτικό «Ντόρις Ντέι Σόου» ανανέωσε τη σχέση της με το κοινό, αν και η ίδια δεν θα επέλεγε να κάνει τηλεόραση. Δεν ξεχάστηκε ποτέ. Το κοινό της ήταν τεράστιο και διεθνές, και η ίδια ήταν σχεδόν ώς το τέλος ενεργή έστω και σποραδικά με διάφορους τρόπους. Το 2011 κυκλοφόρησε το 29ο άλμπουμ της («My Heart») και αν και έφτασε πολύ κοντά σε ένα Οσκαρ (ήταν υποψήφια για το «Pillow Talk») δεν το κέρδισε ποτέ. Παρέμεινε, όμως, ώς το τέλος η sweetheart της Αμερικής.


kathimerini.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here