Εκαναν την ιδέα τους επιχείρηση

0


«Το πιο σημαντικό συστατικό για ένα επιτυχημένο ξεκίνημα δεν είναι το κεφάλαιο, αλλά η δημιουργία ενός προϊόντος που έρχεται να καλύψει μια πραγματική ανάγκη της κοινωνίας», λέει η κ. Ζωή Κούρνια.

Τόλμησαν. Ακόμη κι αν είχαν αποτύχει, είναι σίγουρο πως θα μπορούσαν να σηκωθούν πάλι όρθιοι. Ομως πέτυχαν. Εκαναν την ερευνητική ιδέα τους επιχειρηματική δραστηριότητα, αγνόησαν τις εύκολες –συνήθως κρατικοδίαιτες– λύσεις.

Οι τέσσερις ερευνητές –η Ζωή Κούρνια, η Καίτη Μηλιώνη, ο Γιώργος Σκρέτας, η Στέλλα Τάκα– στέλνουν μήνυμα στους νέους επιστήμονες, καθώς περιγράφουν στην «Κ» τη μετάβασή τους από τον χώρο της έρευνας στη σφαίρα της επιχειρηματικής δραστηριότητας που αποτελεί κομβικό στοιχείο για την αξιοποίηση του σημαντικού ερευνητικού έργου στην Ελλάδα. Σύμφωνα με τη μελέτη του Βρετανικού Συμβουλίου με τίτλο «The shape of global higher education: international comparisons with Europe», οι ερευνητικές δημοσιεύσεις στην Ελλάδα το 2018 είχαν δείκτη παραθέσεων 1,44 – δηλαδή μια δημοσίευση που παρήχθη στην Ελλάδα έλαβε 44% περισσότερες παραθέσεις από τον διεθνή μέσον όρο. Η Ελλάδα βρίσκεται υψηλότερα από Γερμανία (1,4), Ισπανία (1,31), Γαλλία (1,36).

Ειδικότερα, ο κ. Γιώργος Σκρέτας είναι απόφοιτος της Σχολής Χημικών Μηχανικών του ΕΜΠ και διδάκτορας Βιοχημικής Μηχανικής του Πανεπιστήμιο Πρίνστον των ΗΠΑ. Σήμερα, κατέχει θέση ερευνητή Β΄ στο Ινστιτούτο Χημικής Βιολογίας του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών (ΕΙΕ).

Η βιοτεχνολογία

«Η έρευνά μου εστιάζεται στον τομέα της βιοτεχνολογίας και τα αποτελέσματά της έχουν πρακτικές εφαρμογές στην ανακάλυψη φαρμάκων. Ιδρυσα την εταιρεία ResQ Biotech, η οποία αποτελεί εταιρεία-τεχνολοβλαστό του ΕΙΕ, με σκοπό να επιταχύνω τη μεταφορά των αποτελεσμάτων της ακαδημαϊκής αυτής έρευνας στην αγορά», λέει στην «Κ». «Το πιο σημαντικό είναι ότι οι πρωτοβουλίες αυτές αυξάνουν τις πιθανότητες τα αποτελέσματα της ακαδημαϊκής έρευνας να έχουν τελικά πραγματικό όφελος για την κοινωνία και την ελληνική οικονομία. Συνεισφέρουν στο να αναπτυχθεί στη χώρα μας η επιχειρηματική κουλτούρα που βασίζεται στην υψηλή καινοτομία, ώστε η Ελλάδα να αποτελέσει έναν ενεργό συμμέτοχο στην 4η βιομηχανική επανάσταση και να μην παραμείνει ένας απλός θεατής της», τονίζει.

Η Ζωή Κούρνια είναι ερευνήτρια Γ΄ στο Ιδρυμα Ιατροβιολογικών Ερευνών Ακαδημίας Αθηνών. Αποφοίτησε από το Χημικό Αθηνών και ολοκλήρωσε τη διδακτορική της διατριβή στη Χαϊδελβέργη. «Οταν ένας καταναλωτής προσπαθεί να διαβάσει την ετικέτα ενός προϊόντος, δεν μπορεί να κατανοήσει τα πολύπλοκα χημικά ονόματα. Οταν το 2016 έψαξα για μια εφαρμογή για κινητά τηλέφωνα που να αναγνωρίζει τα χημικά συστατικά, συνειδητοποίησα ότι δεν υπάρχει κάτι στην Ελλάδα. Ετσι αποφάσισα να δημιουργήσω την Ingredio, μια εφαρμογή για κινητά τηλέφωνα η οποία με μια απλή φωτογραφία των συστατικών των προϊόντων ενημερώνει τον καταναλωτή για την επικινδυνότητα των χημικών συστατικών σε καλλυντικά και τρόφιμα», αναφέρει. «Το πιο σημαντικό συστατικό για ένα επιτυχημένο ξεκίνημα δεν είναι το κεφάλαιο, αλλά η δημιουργία ενός προϊόντος που έρχεται να καλύψει μια πραγματική ανάγκη της κοινωνίας. Αυτή τη στιγμή, υπάρχουν δεκάδες χρηματοδοτικά εργαλεία για νεοφυείς επιχειρήσεις από την Ε.Ε., εθνικά κονδύλια και ιδιωτικούς επενδυτές. Επίσης οι startups μπορούν να ενταχθούν σε θερμοκοιτίδες νεοφυών επιχειρήσεων, όπου μπορούν να λάβουν υπηρεσίες οικονομικών συμβουλών, λογιστικής και εταιρικής διαχείρισης, δικτύωση, προβολή», εξηγεί η ίδια.

Η Στέλλα Τάκα, από την πλευρά της, ξεκίνησε τις σπουδές στο Τμήμα Βιολογίας Πατρών και συνέχισε μεταπτυχιακές σπουδές στην Ιατρική Αθηνών. Στο πλαίσιο της διπλωματικής της εργασίας, ξεκίνησε την εμβάθυνση στις ιδιοπαθείς φλεγμονώδεις νόσους του εντέρου. «Διαπίστωσα ελλείψεις στο διαγνωστικό κομμάτι και στις καθημερινές ανάγκες των κλινικών γιατρών. Αυτό μας “έσπρωξε”, με τον καθηγητή Νικόλαο Παπαδόπουλο, να ξεκινήσουμε να μελετάμε και να εφαρμόζουμε νέες διαγνωστικές μεθόδους για τις αλλεργίες. Το διάστημα 2015-2016 δεν υπήρχαν πολλά ερευνητικά προγράμματα για συνεχή χρηματοδότηση, είτε ευρωπαϊκή είτε εγχώρια. Δεν υπήρχε η ασφάλεια ότι τον επόμενο χρόνο θα είχαμε χρήματα να πληρωνόμαστε», θυμάται. Οπως λέει: «Μου είχε γίνει πρόταση από Σουηδία. Ωστόσο, μόλις είχε ξεκινήσει η ιδέα για μια εταιρεία με πρωτοποριακές διαγνωστικές μεθόδους στην Ελλάδα, και επέλεξα να μείνω, να πάρω το ρίσκο. Εκανα αίτηση για το ΕΣΠΑ και δειλά ξεκίνησα να μπαίνω στον άγνωστο χώρο των επιχειρήσεων. Στην Ελλάδα, βλέπετε, δεν έχουμε από τα πανεπιστήμια καμία καθοδήγηση για το επιχειρηματικό κομμάτι, μας αφορά μόνο η έρευνα. Το Μάιο του 2017 έγινε επίσημα η έναρξη της StArtBio».




«Στην Ελλάδα, από τα πανεπιστήμια δεν έχουμε καμία καθοδήγηση για το επιχειρηματικό κομμάτι, μας αφορά μόνο η έρευνα», επισημαίνει η κ. Στέλλα Τάκα.

«Καμιά χρηματική βοήθεια εντός Ελλάδος»

Η Καίτη Μηλιώνη σπούδασε χημικός στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και συνέχισε διδακτορικές σπουδές στη Φαρμακευτική Χημεία στο Στρασβούργο. Για μία εικοσαετία εργάστηκε στην έρευνα και ανάπτυξη νέων φαρμάκων στη φαρμακευτική βιομηχανία σε Ελλάδα και εξωτερικό. Βρέθηκε στο Σαν Φρανσίσκο, στο Παρίσι, κατέληξε στην Αθήνα.

«Ηξερα πριν φύγω για τη Γαλλία για το μεταπτυχιακό μου ότι θα ασχοληθώ με την ανάπτυξη φαρμάκων, βλέπετε ο παππούς μου ήταν περήφανος για εμένα ότι θα επιστρέψω με το φάρμακο που θα γιατρέψει την καρδιά του, ρίζωσε μέσα μου το μεράκι αυτό», λέει στην «Κ».

«Το 2014, ήρθε στην Ελλάδα για πρώτη φορά το Founder Institute της Industry Disruptors. Πρόκειται για ένα πρόγραμμα διάρκειας τεσσάρων μηνών από τη Silicon Valley που σε μαθαίνει αν έχεις μια επιχειρηματική ιδέα πώς να την αναπτύξεις. Η τύχη τελικά βοηθάει τους τολμηρούς και αυτούς που παίρνουν ρίσκα. Εκεί μπήκα με την πρωτόλεια ιδέα μου τότε, μόνη, χωρίς συνεργάτες», θυμάται.




«Η κουλτούρα των μεγάλων επιχειρήσεων στη χώρα μας δεν συνάδει με τη συνεργασία με νεοφυείς επιχειρήσεις», παρατηρεί η κ. Καίτη Μηλιώνη.

Η νέα ιδέα της κ. Μηλιώνη ονομάζεται MyHabeats, μια εφαρμογή που βοηθάει τους ανθρώπους που έχουν πρόβλημα να αλλάξουν συμπεριφορές σχετικά με το φαγητό, αλλά και τη ζωή τους γενικότερα. «Η παχυσαρκία είναι η αρρώστια της εποχής μας. Η υγεία δεν είναι μόνο γενετικώς προκαθορισμένη, οι συμπεριφορές μας μπορούν να παίξουν έναν πολύ σημαντικό ρόλο. Η πρωτόλεια ερευνητική, πειραματική ιδέα έλαβε τη μορφή της επιχείρησης εδώ και λίγους μήνες. Είμαι 56 χρόνων, με μεγάλη εργασιακή εμπειρία και έχω επενδύσει ίδια κεφάλαια στην ανάπτυξη της εφαρμογής. Δεν πήρα καμιά βοήθεια χρηματική από την Ελλάδα. Απογοητεύθηκα πολύ όταν όλες οι αιτήσεις που έκανα σε πολλές εταιρείες να χρηματοδοτήσουν την πρώτη κλινική έρευνα στον πληθυσμό που μελετάμε, με τη χρήση μιας ψηφιακής εφαρμογής (τους ασθενείς με παχυσαρκία που χειρουργούνται), με το να μας παρέχουν έξυπνα κινητά, το αποτέλεσμα ήταν πάντα αρνητικό. Το πρόβλημα βρίσκεται στο επιχειρηματικό περιβάλλον. Η κουλτούρα των μεγάλων επιχειρήσεων στη χώρα μας δεν συνάδει με τη συνεργασία με νεοφυείς επιχειρήσεις».

Τροχοπέδη μια σειρά από σοβαρά προβλήματα 

Γραφειοκρατία, υψηλή φορολογία, άπειρα ΑΕΙ για αξιοποίηση των ερευνητικών ιδεών, απουσία πολιτικής για προσέλκυση εξειδικευμένου προσωπικού με καλές αμοιβές. Αυτά είναι από τα βασικότερα προβλήματα των νέων επιχειρήσεων από ερευνητές. Σύμφωνα με την κ. Τάκα, «οι δυσκολίες που συναντήσαμε ήταν και είναι πολλές, σε πολλά επίπεδα. Το πρώτο και σπουδαιότερο είναι το οικονομικό κομμάτι, η χρηματική ροή και η διαχείριση των πόρων. Η υψηλή φορολογία και το ασφαλιστικό κόστος για τους νέους επιχειρηματίες είναι υπερβολικό. Δεν μπορεί μια νέα επιχείρηση να πληρώνει τις ίδιες ασφαλιστικές εισφορές ανά εργαζόμενο με μια μεγάλη εταιρεία.

Η γραφειοκρατία επίσης είναι βραχνάς. Οποτε έχουμε αλλαγή στο καταστατικό ή όταν χρειαζόμαστε κάποιο έγγραφο από τον ΕΦΚΑ, αντιμετωπίζουμε μεγάλες δυσκολίες και χάνουμε πολύτιμο χρόνο».

Τα πνευματικά δικαιώματα




«Οι εταιρείες-τεχνολοβλαστοί αυξάνουν τις πιθανότητες τα αποτελέσματα της ακαδημαϊκής έρευνας να έχουν τελικά ένα πραγματικό όφελος για την κοινωνία και την ελληνική οικονομία», παρατηρεί ο κ. Γιώργος Σκρέτας.

«Τα ερευνητικά κέντρα και τα πανεπιστήμια δεν έχουν ξεκάθαρη πολιτική για το πώς αξιοποιούνται εμπορικά, με αποτελεσματικό τρόπο, τα αποτελέσματα της έρευνας, γεγονός που δυσκολεύει και καθυστερεί την εκκίνηση τέτοιων προσπαθειών. Οι εταιρείες υψηλής τεχνολογίας βασίζονται πολύ στην κατοχύρωση δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας (πατέντες), κάτι για το οποίο δεν υπάρχει επαρκής γνώση και εμπειρία στο ελληνικό οικοσύστημα», δηλώνει από την πλευρά του ο κ. Σκρέτας.

«Τα μεγαλύτερα εμπόδια είναι η στελέχωση της επιχείρησης από ανθρώπινο δυναμικό που έχει τις κατάλληλες δεξιότητες για τη θέση και η έλλειψη τήρησης δεοντολογικών κανόνων, π.χ. συνέπεια στην εργασία», συμπληρώνει η κ. Κούρνια. Και τονίζει: «Κρίσιμος περιοριστικός παράγων είναι οι πολύ υψηλές ασφαλιστικές εισφορές, που ουσιαστικά απαγορεύουν στις νεοφυείς επιχειρήσεις να προσελκύσουν ταλέντα με τις κατάλληλες δεξιότητες, αφού, χαρακτηριστικά, ένας υπάλληλος με 2.000 ευρώ μεικτά θα λάβει περίπου 1.200 καθαρά. Ακόμα μία δυσκολία που συναντήσαμε είναι η δημιουργία σωστά καταρτισμένης ομάδας, που ξεκινάει για τη δημιουργία του προϊόντος».

«Νομίζω οι νέοι μπορούν πλέον να κάνουν δικά τους πράγματα και να δημιουργήσουν ουσιαστικά ακόμα και στην Ελλάδα, να βοηθηθούν από ανθρώπους χωρίς απαραίτητα να προέρχονται από μια οικογένεια επιχειρηματιών», λέει η κ. Τάκα, και εμφατικά προσθέτει: «Δεν το έχω μετανιώσει έως σήμερα, αν και οι δυσκολίες είναι καθημερινές και πρωτόγνωρες. Μακάρι να μην το μετανιώσω που δεν ήμουν από αυτούς που έγιναν οικονομικοί μετανάστες, μακάρι να καταφέρω να βοηθήσω και άλλους νέους να μείνουν στη χώρα τους και να παλέψουν για τα όνειρά τους».


kathimerini.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here