Δύσκολος ο στόχος του πρωτογενούς πλεονάσματος

0


Στο 2,9% του ΑΕΠ προέβλεψε ότι θα κλείσει το πρωτογενές πλεόνασμα φέτος, έναντι στόχου 3,5% του ΑΕΠ, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος. Οι υπολογισμοί Στουρνάρα είναι μετριοπαθείς σε σύγκριση με αυτούς της Ε.Ε., η οποία προβλέπει ένα κενό 1% του ΑΕΠ ή 2 δισ. ευρώ σε σύγκριση με τον στόχο.

O διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας δεν μάσησε τα λόγια του στην έκθεση νομισματικής πολιτικής της περασμένης εβδομάδας: στο 2,9% του ΑΕΠ προέβλεψε ότι θα κλείσει το πρωτογενές πλεόνασμα φέτος, έναντι στόχου 3,5% του ΑΕΠ. Και ενώ ο λογαριασμός του 0,6% του ΑΕΠ ή 1,1 δισ. ευρώ που λείπει για την επίτευξη του στόχου, σύμφωνα με την εκτίμηση της κεντρικής τράπεζας, οφείλεται σε δαπάνες της απερχόμενης κυβέρνησης –τις παροχές Τσίπρα– αυτή που θα κληθεί να τον πληρώσει θα είναι η επόμενη.

Το δημοσιονομικό είναι ένα από τα μεγαλύτερα «αγκάθια» που θα βρει στον δρόμο της η νέα κυβέρνηση. Οι υπολογισμοί Στουρνάρα είναι μάλιστα μετριοπαθείς σε σύγκριση με αυτούς της Κομισιόν, η οποία προβλέπει ένα κενό 1% του ΑΕΠ ή 2 δισ. ευρώ σε σύγκριση με τον στόχο. Η Κομισιόν κράτησε, βεβαίως, επιφυλακτική στάση, μεταθέτοντας την ανακοίνωση των τελικών της εκτιμήσεων για τον Σεπτέμβριο και άφησε έτσι ένα περιθώριο συνεννόησης με την επόμενη κυβέρνηση. Ωστόσο, πηγές με εμπειρία στις μνημονιακές διαπραγματεύσεις, αλλά και στελέχη της Πειραιώς, κρατούν μικρό καλάθι σε σχέση με τη στάση της Κομισιόν. Ολα δείχνουν ότι η νέα κυβέρνηση θα κληθεί να υποδείξει τρόπους με τους οποίους θα πετύχει τον στόχο, αν χρειαστεί, κι αυτοί δεν είναι άλλοι από τις περικοπές δαπανών και τις αυξήσεις φόρων – την ώρα που η Νέα Δημοκρατία υπόσχεται μειώσεις φόρων.

Οικονομικός αναλυτής σχολιάζει ότι μετά τα μέτρα Τσίπρα και δεδομένου πως η πρόβλεψη του  προϋπολογισμού για την ανάπτυξη ήταν ούτως ή άλλως αισιόδοξη, ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν θα έχει τον δημοσιονομικό χώρο που χρειάζεται για να εφαρμόσει τα μέτρα ελάφρυνσης του προγράμματός του. Προσθέτει, πάντως, ότι οι αγορές μπορεί να δείξουν ανοχή και να χρηματοδοτήσουν το χρέος της Ελλάδας, αν πεισθούν για τις προοπτικές ανάπτυξης που δημιουργεί το πρόγραμμα της νέας κυβέρνησης. Ο ίδιος, γνωρίζοντας από πρώτο χέρι τον τρόπο που λειτουργούν οι δανειστές, δεν είναι εξίσου αισιόδοξος για την ευελιξία της Ε.Ε.

Η  σχετική διαπραγμάτευση με την Ε.Ε. αναμένεται τον Σεπτέμβριο και όπως επισημαίνει πηγή του τραπεζικού χώρου, θα είναι δύσκολη, όχι μόνο λόγω των αμφιβολιών της Ευρώπης ως προς την επίτευξη του στόχου του 3,5% του ΑΕΠ, αλλά και εξαιτίας της ποιότητας των μέτρων Τσίπρα, που θεωρούνται μη αναπτυξιακά. Σε αυτή την κατηγορία εντάσσεται το επίδομα, εν είδει 13ης σύνταξης, που από μόνο του επιβαρύνει τον προϋπολογισμό με 840 εκατ. ευρώ. Η ίδια πηγή τονίζει, εξάλλου, πως ναι μεν οι αγορές έχουν θετική προδιάθεση, αλλά θα περιμένουν να δουν και τα δείγματα γραφής της νέας κυβέρνησης και ανάλογα θα αντιδράσουν. Το δημοσιονομικό πρόβλημα υπάρχει φόβος να αποκτήσει, εξάλλου, μεγαλύτερες διαστάσεις ανάλογα με τις αναμενόμενες δικαστικές αποφάσεις για τα αναδρομικά των συντάξεων. Εχει υπολογιστεί πως το κόστος τους μπορεί να φτάσει τα 4-15 δισ. ευρώ, ανατρέποντας πλήρως το δημοσιονομικό σκηνικό.

Οριστική λύση στο δημοσιονομικό πρόβλημα θα μπορούσε να δοθεί με τη  μείωση του στόχου για το έλλειμμα 3,5% του ΑΕΠ, την οποία η Νέα Δημοκρατία έχει εξαγγείλει ότι θα διαπραγματευθεί. Αυτή θα είναι η μάχη των μαχών, καθώς, όπως όλα δείχνουν,  οι Ευρωπαίοι αντιμετωπίζουν τον στόχο του πρωτογενούς πλεονάσματος σαν το «ιερό δισκοπότηρο», δεδομένου ότι συνδέεται με  τη βιωσιμότητα του χρέους. Αν αυτός ο στόχος αλλάξει, όλοι οι υπολογισμοί για το χρέος πρέπει να αλλάξουν.

Από δημοσιονομική άποψη, η δυσκολότερη χρονιά μάλλον θα αποδειχθεί το 2020, καθώς τότε θα κληθεί η Ν.Δ. να εφαρμόσει τις ελαφρύνσεις της χωρίς  –πιθανότατα– να έχει εξασφαλίσει προηγουμένως μείωση του στόχου.

Συνέχιση μεταρρυθμίσεων ζητούν οι θεσμοί

Το δημοσιονομικό πρόβλημα είναι ίσως το πρώτο ορατό «αγκάθι» στο χαλί που έστρωσε η κυβέρνηση Τσίπρα στη διάδοχό της, αλλά όχι το μόνο. Συνδεδεμένα με αυτό, αλλά και με δική τους δυναμική, προβάλλουν στον ορίζοντα τα εξής:

1. Τράπεζες: Με το ύψος των κόκκινων δανείων στα 80 δισ. ευρώ, η μείωσή τους αποτελεί μείζονα πρόκληση για τη νέα κυβέρνηση και, όπως τόνισε ο κ. Στουρνάρας, αυτή προϋποθέτει μια συστημική λύση, προς την κατεύθυνση των προτάσεων της Τράπεζας της Ελλάδος και του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας. Με τη σειρά της, μια τέτοια λύση προϋποθέτει κεφάλαια και έγκριση από την Κομισιόν. Πιο «ύπουλο», σύμφωνα με τον χαρακτηρισμό στελέχους της επενδυτικής αγοράς, είναι το πρόβλημα της κερδοφορίας των τραπεζών, την οποία η έκθεση της ΤτΕ χαρακτήρισε αδύναμη.

2. ΔΕΗ: Η μεγάλη κρατική επιχείρηση παρουσίασε ζημίες πάνω από 900 εκατ. ευρώ πέρυσι και αντιμετωπίζει πρόβλημα ρευστότητας, ενώ οι υποχρεώσεις της προς τρίτους φτάνουν σε δυσθεώρητα ύψη. Είναι «πολύ μεγάλη για να αποτύχει», αναφέρουν οι αναλυτές, αλλά η διάσωσή της προϋποθέτει δύσκολες αποφάσεις από τη νέα  κυβέρνηση. Αναφέρουν χαρακτηριστικά την «απολιγνιτοποίηση», σημειώνοντας ότι οι τράπεζες δεν χρηματοδοτούν πλέον αντιπεριβαλλοντικές επενδύσεις.

3. Επενδύσεις – ιδιωτικοποιήσεις: Η αντιστροφή της αρνητικής προς τις επενδύσεις στάσης της απερχόμενης κυβέρνησης θα είναι από τις σημαντικότερες προκλήσεις για τη διάδοχό της, όπως φάνηκε και από τις πρόσφατες αποκαλύψεις για την επένδυση του Ελληνικού. Η Ν.Δ. έχει υποσχεθεί επενδύσεις 60 δισ. ευρώ έως το 2023, αλλά αυτό προϋποθέτει εμπέδωση εμπιστοσύνης, άρση αντικινήτρων, σταθερότητα, γρήγορη απονομή δικαιοσύνης, βελτίωση των συνθηκών χρηματοδότησης.

4. Συνέχιση μεταρρυθμίσεων: Πηγές της αγοράς επισημαίνουν ότι έχουν ήδη αρχίσει να «ξηλώνονται» κάποια από τα συμφωνηθέντα στο πλαίσιο του μνημονίου, μεταξύ άλλων στην αγορά εργασίας. Τάση που, αν δεν ανακοπεί, θα «παγώσει» το επενδυτικό ενδιαφέρον. Σημειώνουν, επίσης, ότι παρά την πρόοδο που έχει σημειωθεί με την ΑΑΔΕ, το πρόβλημα της φοροδιαφυγής παραμένει σε απόλυτη έξαρση, αν δεν έχει επιδεινωθεί κιόλας. «Οι Ευρωπαίοι  μάς βλέπουν σαν ένα έθνος απατεώνων», σχολιάζει πηγή. Στις μεταρρυθμίσεις που ξεκίνησαν θεωρητικά, αλλά δεν προχώρησαν ουσιαστικά, καταγράφεται και ο εκσυγχρονισμός της δημόσιας διοίκησης.


kathimerini.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here