Ολα τα σφάζει ο «Τζόκερ»

0
1

Είχα ορκιστεί (στον εαυτό μου) ότι δεν θα έγραφα λέξη για τον «Τζόκερ», αλλά μετά και τον τραγέλαφο με την αστυνομία και τους πιτσιρικάδες, είπα να αθετήσω τον όρκο μου.

Να πω, λοιπόν, την ταπεινή μου γνώμη χωρίς περιστροφές: η ταινία εξυμνεί (θέλω να πω εμμέσως πλην σαφώς αλλά δεν ισχύει: εξυμνεί άμεσα) τα καψίματα και την καταστροφή. Στο φινάλε του έργου, όλη αυτή η αποθέωση του Τζόκερ με μια πόλη που καίγεται γύρω τριγύρω, ήρθε για να επιβεβαιώσει τη διάχυτη υποψία που είχα σχεδόν από την αρχή της ταινίας: απέναντι στη διαφθορά και στην απονιά του «συστήματος», προτείνεται ένας πυρίκαυστος μηδενισμός. Οι «μπάχαλοι» του 2008 ή/και του 2011-12 πρέπει να βρήκαν τον ύμνο τους σε αυτή την ταινία.

Λογικό: κινηματογραφικά μιλώντας, η ταινία είναι άψογη. Εκπληκτική σκηνοθεσία, σενάριο που δεν μπάζει από πουθενά, μια ερμηνεία που λιανίζει και πέτρες. Ο Φίνιξ παίζει με κάθε οστό και κάθε μυ του σώματός του – μοναδική η δουλειά που έκανε εδώ ο σκηνοθέτης Τοντ Φίλιπς, διότι πρέπει να το πούμε αυτό κάποτε: όσο καλός κι αν είναι ένας ηθοποιός, η δουλειά που κάνει μαζί του ο σκηνοθέτης είναι που στο τέλος θα επιφέρει το καλό (ή μέτριο ή κακό) αποτέλεσμα.

Συνεχίζουμε: η μουσική υπόκρουση είναι υποβλητική, ο Ρόμπερτ ντε Νίρο κλέβει την παράσταση καθισμένος πίσω από ένα γραφείο (σπουδαίος ηθοποιός, απολαμβάνεις να τον παρακολουθείς να κάνει, τέλος πάντων, το οτιδήποτε), για να επιστρέψω στο σενάριο: το πώς «χτίζεται» σιγά σιγά η ένταση ώς την τελική κορύφωση είναι μια δεξιοτεχνία από μόνη της. Και, βέβαια: πώς ένας ήρωας κόμικς (μια καρικατούρα ουσιαστικά) αποκτά σάρκα και οστά.

Η ταινία παρουσιάζει μια Γκόθαμ Σίτι (τη μυθική πόλη του Μπάτμαν) ως μια χρεοκοπημένη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του ’70, όταν η πόλη ήταν βουτηγμένη στην ανομία, στη βία, στη βρωμιά κάθε είδους. Κάποιες στιγμές μου θύμισε τον «Ταξιτζή» και τους «Κακόφημους δρόμους» του Σκορσέζε ή το καλτ «Warriors» και, βέβαια, το «Death Wish» με τον «βιτζιλάντε» Τσαρλς Μπρόνσον, όλες ταινίες της δεκαετίας του ’70.

Που σημαίνει ότι, στα δικά μου μάτια έστω, με μια πρώτη θέαση η ταινία σε παρασύρει στον θυμό της. Και αυτό την καθιστά, ας πούμε, επικίνδυνη – όχι, προς Θεού, στους ανήλικους αλλά στους (πειραγμένους) ενήλικους.

Προς Θεού ξανά: μακριά από εμάς οι απαγορεύσεις και η λογοκρισία. Να πούμε απλώς πως αφού περάσει η επήρεια της αδρεναλίνης του θεατή, συνειδητοποιείς πόσο μονόπλευρη και απλοϊκή ερμηνεία δίνεται του πώς κάποιος εξωθείται στη βία – και το σημαντικότερο, εξαγνίζοντάς τον, μετατρέποντάς τον σε άγιο: αρχικά, ο θεατής συμπονά τον Τζόκερ που κακοποιεί ο πατριός του, ποδοπατούν χαμίνια του δρόμου, εργοδότες και συνάδελφοι, ξιπασμένοι χρηματιστές, η μητέρα του πάνω απ’ όλους, παρακολουθώντας σχεδόν ηδονικά τους σκοτωμούς του – και τις φωτιές. Διότι όλα τα σφάζει, όλα τα μαχαιρώνει ο κακοποιημένος Τζόκερ. Και αυτό έχει μεγάλη πέραση στις μέρες μας.


kathimerini.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here