Η κρίσιμη συνάντηση στο Λονδίνο

0
20


Ο όρος «βαθύ ΠΑΣΟΚ» στην προκειμένη περίπτωση είναι σχήμα λιτότητος. Εδώ μιλάμε για το βραχώδες υπόστρωμα του βυθού, πέρα από το οποίο δεν πάει πιο βαθιά…

Οποτε η κατάσταση στα ελληνοτουρκικά επιδεινώνεται επικίνδυνα, εμείς, όπως οφείλουμε ως στυλοβάτες της διεθνούς νομιμότητας και του Διεθνούς Δικαίου, κάνουμε πάντα μια σειρά τυπικών κινήσεων, που είναι μέρος της χορογραφίας της νομιμότητας.

Κατ’ αρχάς, θα χτυπήσουμε την πόρτα του ΝΑΤΟ, γνωρίζοντας ότι το αποτέλεσμα θα είναι πάντα το ίδιο: η Συμμαχία δεν μπορεί να επέμβει σε διαφορές μεταξύ των μελών της, το μόνο που μπορεί να προσφέρει είναι ευχές για να επικρατήσουν η σύνεση και η λογική. Παρ’ όλα αυτά, εμείς το κάνουμε –και καλώς το κάνουμε– ώστε να καταγράφονται η θέση μας και το δίκιο μας.

Αν ήταν ανέκαθεν αυτή η στάση του ΝΑΤΟ, τότε σήμερα υπάρχουν ακόμη περισσότεροι λόγοι για να παίρνει απόσταση από το ελληνοτουρκικό θέμα. Με αφορμή την Τουρκία και την πρόσφατη εισβολή της στη Συρία (όπου –συγγνώμη για την παρέκβαση– κατοικούν οι Σύροι και όχι οι Σύριοι), εκδηλώθηκε σοβαρή ενδοευρωπαϊκή διάσταση στους κόλπους της Συμμαχίας. Από τη μία είναι οι Γάλλοι με τον πρόεδρο Μακρόν, ο οποίος κήρυξε το ΝΑΤΟ «εγκεφαλικά νεκρό». Η πλευρά τους θα ήθελε τον προσανατολισμό της Συμμαχίας και προς τον Νότο, όπου η Ευρώπη αντιμετωπίζει το σοβαρότερο πρόβλημα ασφαλείας την περίοδο αυτή, λόγω του μεταναστευτικού ρεύματος. Από την άλλη πλευρά στέκονται οι Γερμανοί και, φυσικά, οι Αμερικανοί στο βάθος, που δίνουν προτεραιότητα στους κινδύνους από τις συστηματικές ρωσικές προκλήσεις στον βόρειο τομέα, ιδίως στη Βαλτική και στη Σκανδιναβία, και δεν είναι διατεθειμένοι να διακινδυνεύσουν χαλάρωση της Συμμαχίας εκεί.

Υπ’ αυτές τις συνθήκες, λοιπόν, το ΝΑΤΟ, όπως κάθε οργανισμός που μεριμνά για την αυτοσυντήρησή του, δεν έχει κανένα συμφέρον να οξύνει το τουρκικό πρόβλημα στους κόλπους του. Προτιμότερο είναι να το αγνοεί, εφόσον κατά τα λοιπά ισχύει το «business as usual». Μέσα στο πλαίσιο αυτό και εφόσον ο δικός μας σκοπός είναι να φθάσει στους Αμερικανούς το μήνυμα για τη σοβαρότητα της κατάστασης στο Αιγαίο, θα ήταν ανόητο αν η Ελλάδα συντασσόταν με τη Γαλλία. Γι’ αυτό και ο πρωθυπουργός, ερωτηθείς σχετικώς στο Λονδίνο, διαφώνησε ευγενώς, πλην σαφώς, με την επίμαχη δήλωση του προέδρου Μακρόν.

Το επόμενο στάδιο, μετά το ΝΑΤΟ, είναι οι Αμερικανοί. Να καταλάβουν τουλάχιστον αυτοί την κρισιμότητα της κατάστασής μας, ώστε να βοηθήσουν παρασκηνιακά. Το έχουν ξανακάνει, άλλωστε. Στις σημερινές συνθήκες, όμως, δηλαδή με Τραμπ και Ερντογάν, λυπάμαι αλλά και αυτό είναι ανέφικτο. Μόλις χθες ο πρόεδρος των ΗΠΑ έφθασε στο σημείο να δικαιολογήσει τον εξοπλισμό της Τουρκίας με τους ρωσικούς S-400. Τι να προσδοκάς, λοιπόν, από τη συνάντησή του με τον Κυριάκο στις 7 Ιανουαρίου;

Επομένως, αφού κανείς δεν μπορεί να βοηθήσει ουσιαστικά, είμαστε μόνοι μας με τους γείτονες και, δυστυχώς, δεν μπορούμε να πάμε πουθενά: εμείς κι εκείνοι. Η κρίσιμη συνάντηση, λοιπόν, είναι εκείνη του πρωθυπουργού με τον πρόεδρο Ερντογάν, που έχει προγραμματιστεί για σήμερα στις 4.30 μ.μ. Από την έκβασή της θα κριθεί η εξέλιξη των πιέσεων και των απαιτήσεων που κλιμακώνουν οι Τούρκοι. Τι θα πει ο πρωθυπουργός στον Τούρκο ηγέτη, με ποια επιχειρήματα και ποια μέσα θα προσπαθήσει να καταφέρει τη συνεννόηση, δεν το ξέρω και οι ελάχιστοι που το ξέρουν δεν είναι τρελοί να το πουν.

Εκείνο που μπορώ να πω είναι ότι, προτού κλιμακωθούν οι τουρκικές πιέσεις, ο πρωθυπουργός υπολόγιζε στην προσωπική συνεννόηση με τον Τούρκο ηγέτη, κάτι που σήμερα φαντάζει δυσκολότερο, σχεδόν αδύνατον. Η δυσκολία της θέσης του σήμερα επιτείνεται και από το γεγονός ότι στο εσωτερικό της χώρας (στην κυβέρνηση, στη διπλωματική υπηρεσία και αλλού) υπάρχει διάσταση ερμηνειών για τη στάση της Τουρκίας, επομένως και για τη στάση της Ελλάδας απέναντί της.

Οι μεν θεωρούν την Τουρκία «αναθεωρητική δύναμη», η οποία ενεργεί με σκοπό να ανατρέψει την τάξη πραγμάτων που ισχύει σήμερα βάσει των διεθνών συνθηκών και, άρα, η Ελλάδα οφείλει να προσαρμόσει αναλόγως τη δική της στάση. Οι δε εκτιμούν ότι η τρέχουσα κλιμάκωση είναι μία αντίδραση, με την οποία η Τουρκία προσπαθεί να προλάβει όσα συμβαίνουν χωρίς εκείνη στην εκμετάλλευση του υποθαλάσσιου πλούτου της περιοχής και, συνεπώς, εμείς οφείλουμε να αντιδράσουμε μέσα στο πλαίσιο αυτό. Οι διαφορές των δύο προσεγγίσεων φανερώνονται και στη γλώσσα που χρησιμοποιούν: οι μεν μιλούν για «ιταμή πρόκληση» και «κρίση», οι δε για «φαιδρότητα» και «όξυνση».

Το γεγονός είναι ότι, το τελευταίο διάστημα, κυκλοφορούν ευρύτατα πληροφορίες ότι η Ελλάδα είναι αποφασισμένη «να χτυπήσει», αν π.χ. η Τουρκία ξεκινήσει έρευνες στο Καστελλόριζο. Επειδή αυτά προέρχονται από κυβερνητικά στελέχη, υποψιάζομαι ότι διαδίδονται σκοπίμως για την τόνωση του ηθικού στο εσωτερικό. (Αν θέλεις να διαδοθεί κάτι, ο ασφαλέστερος τρόπος είναι να το εκμυστηρευθείς, off the record, σε δημοσιογράφο…) Ωστόσο, στην πράξη, δεν βλέπω να υπάρχει άλλος τρόπος αντίδρασης στο συγκεκριμένο παρά να στείλουμε πολεμικά πλοία να εμποδίσουν τους Τούρκους. Το ίδιο φυσικά θα έχουν κάνει κι εκείνοι, με αποτέλεσμα ένα άκρως επικίνδυνο αδιέξοδο, που θα προσκαλεί τη διεθνή παρέμβαση.

Η ιδέα, όμως, ότι «θα το βυθίσουμε» είναι πλήρως ανεδαφική. Κατ’ αρχάς, τι θα φταίνε τα μέλη του πληρώματος ενός ερευνητικού σκάφους που θα χάσουν τη ζωή τους; Πώς θα το δικαιολογήσουμε στη διεθνή κοινή γνώμη; Αυτά είναι τρέλες, διότι αν συμβούν, θα έχουμε πολεμικό επεισόδιο από το οποίο εμείς θα χάσουμε. Αν ακούγονται λίγο περισσότερο τελευταία, είναι για τις ανάγκες της εσωτερικής προπαγάνδας. Είναι και αυτή αναγκαία σε περιστάσεις όπως αυτές.


kathimerini.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here