Αποψη: Συμφωνία κρισιμότερη απ’ όσο της φαίνεται

0
6


Μετά την ανακοίνωση της «πρόθεσης συμφωνίας» Κράτους και Εκκλησίας, εμφανίστηκε στον δημόσιο λόγο σκώμμα και φόβος. Φόβος, ότι η προτεινόμενη διευθέτηση ενδέχεται να έχει αρνητικές συνέπειες για τη ζωή δέκα χιλιάδων κληρικών-πολιτών και των οικογενειών τους. Και σκώμμα, ότι η προτεινόμενη διευθέτηση αποτελεί ουσιαστικά περισσότερο εντυπωσιασμό πάρα κίνηση ουσίας, δηλαδή μια επαναδιατύπωση των ήδη ισχυόντων που αυτοπαρουσιάζεται ως ριζοσπαστική. Ας μου επιτραπεί να διαφωνήσω και με τις δύο θέσεις και να θεωρήσω τη συμφωνία, εάν το σχέδιο νόμου που θα την ακολουθήσει όντως θα ανταποκρίνεται στα όσα αυτή περιγράφει, όντως πρωτοφανή και ιστορική.

Παρά την πληθωρική, χαοτική πολυφωνία για τις σχέσεις Εκκλησίας – Κράτους που πάντοτε κυριαρχεί, προηγουμένως καραδοκούσαν δύο σκοτεινές τάσεις. Η (όλο και αυξανόμενη) επίγνωση του κράτους πως κάποτε η Εκκλησία, ιδίως αν ακυρωθεί η μισθοδοσία του κλήρου, θα μπορούσε να εγείρει βάσιμες αξιώσεις για παρελθούσες πλημμελώς ή ουδόλως αποζημιωθείσες απαλλοτριώσεις (παρά τις περί του αντιθέτου ενδοπολιτικές παραπληροφορήσεις), για τις οποίες θα μπορούσε να δικαιωθεί από το ΕΔΑΔ – όπως άλλοτε, μετά τον νόμο Τρίτση. Με όλην την κοινωνική και πολιτική αναταραχή που αυτό θα δημιουργούσε, αφού ευμεγέθεις πυκνοκατοικημένες σήμερα αστικές περιοχές περιλαμβάνονται σε αυτές τις απαλλοτριώσεις. Και η (όλο και αυξανόμενη) επίγνωση της Εκκλησίας ή τουλάχιστον του προκαθημένου της, πως το πολυδαίδαλο νομικό αρχιτεκτόνημα της μισθοδοσίας του κλήρου θα μπορούσε να καταρρεύσει σαν πύργος jenga αν κάποια μελλοντική κυβέρνηση αποφασίσει να το ανακαλέσει, ενώ δεν έχουν θεσμοθετηθεί νομοθετικές δικλίδες συνάρτησης της μισθοδοσίας με την περιουσία (παρά τις περί του αντιθέτου ενδοεκκλησιαστικές παραπληροφορήσεις). Αυτές οι δύο σκοτεινές τάσεις εξουδετερώνονται με τη συμφωνία.

Η συμφωνία δεν είναι μια παραλλαγή των ήδη ισχυόντων. Κατοχυρώνει για πρώτη φορά την κρατική αναγνώριση της πλημμελούς αποζημίωσης και της εν τοις πράγμασι συνάρτησής της με την έως τώρα μισθοδοσία. Παράλληλα όμως, ακυρώνει τη μισθοδοσία του κλήρου. Αντ’ αυτής εισάγει μια (δεσμευτική για το κράτος, όπως εικάζουμε πως θα νομοθετηθεί) κατ’ έτος αφηρημένη αποζημίωση, όπως ακριβώς συμβαίνει στη Γερμανία, όπου το κράτος δίδει κατ’ έτος για παρόμοιους λόγους 480 εκατ. ευρώ στη Ρωμαιοκαθολική και στην Ευαγγελική Εκκλησία (πέραν του «φόρου των πιστών», από τον κοινό φορολογικό κορβανά). Συμφωνήθηκε να είναι στο ύψος τής μέχρι τώρα μισθοδοσίας του κλήρου. Και δεσμεύει την Εκκλησία, η οποία παραιτείται έναντι κάθε άλλης αξίωσης για την απαλλοτριωθείσα περιουσία, να χρησιμοποιήσει αυτό το ποσό αποκλειστικά για τη μισθοδοσία της, προλαμβάνοντας το ενδεχόμενο αρχιερατικών αυθαιρεσιών.

«Καλά, πήραν το ποσό της μισθοδοσίας από τη μία τσέπη και το έβαλαν στην άλλη». Δεν είναι έτσι. Το αίτημα να μη μισθοδοτείται ο κλήρος μιας θρησκείας από το κράτος δεν μπορεί να συνοδεύεται από την απληροφόρητη αξίωση να μην έχουν τα ευρωπαϊκά κράτη οικονομικές εκκρεμότητες, αποζημιώσεις και διευθετήσεις με τις Εκκλησίες στα εδάφη τους (που, τέλος πάντων, προηγούνται των κρατών χρονικά και ιστορικά), προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση. Ετερον εκάτερον. Παράλληλα, η από κοινού 50%-50% αξιοποίηση της μέχρι τώρα διαμφισβητούμενης περιουσίας συνιστά μια έμμεση χρηματοδότηση, από εκκλησιαστικούς κατ’ ουσίαν πόρους, της ίδιας της αποζημίωσης που το κράτος θα δίδει στην Εκκλησία – κάτι το οποίο μακροπρόθεσμα θα μειώσει δραστικά ή και θα εκμηδενίσει το πραγματικό κόστος της αποζημίωσης στο κράτος.

Οσο δε για τους φόβους εξ εκκλησιαστικής πλευράς, αρκεί να αποσαφηνιστεί πως, απ’ ό,τι φαίνεται, η μισθοδοσία των κληρικών θα γίνεται πλέον από κεντρικό εκκλησιαστικό φορέα (γραφείο μισθοδοσίας) και όχι διαμέσου των μητροπόλεων (και άρα όχι σε εξάρτηση με τους αυθέντες αυτών). Κάποιες δημόσιες εκκλησιαστικές διευκρινίσεις επ’ αυτού θα βοηθούσαν. Παράλληλα, διανοίγεται η δυνατότητα να διευθετηθεί με εκκλησιαστικούς πλέον πόρους και η κατάσταση των άμισθων σήμερα κληρικών λόγω του μνημονιακού 5:1, για την τύχη των οποίων δεν φαινόταν να ενδιαφέρεται κανένας εκ των υπερασπιστών του status quo. Αφ’ ης στιγμής τηρηθεί η συμφωνία, διότι ειδάλλως αυτοδικαίως θα κενούται: παύση της κρατικής μισθοδοσίας του κλήρου της Εκκλησίας της Ελλάδος, δέουσα αποζημίωση για αναποζημίωτες απαλλοτριώσεις, διευκόλυνση της εκκλησιαστικής πλέον μισθοδοσίας, συνεκμετάλλευση περιουσίας, πρόληψη μελλοντικών εκκλησιαστικών αξιώσεων. Συναινετικά, με κοινή δήλωση Αρχιεπισκόπου και πρωθυπουργού. Πώς θα μεταφράζαμε το «win-win» στα ελληνικά;

* Ο δρ Σωτήρης Μητραλέξης είναι εντεταλμένος διδάσκων Φιλοσοφίας στο ΕΚΠΑ και ερευνητικός εταίρος στο Πανεπιστήμιο του Winchester.



kathimerini.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here