Η κληρονομιά των Χοεντσόλερν

0

Με το ξέσπασμα της γερμανικής επανάστασης, τον Νοέμβριο του 1918, κηρύχθηκε έκπτωτη η δυναστεία των Χοεντσόλερν. Είχε κυβερνήσει το βασίλειο της Πρωσίας και, από το 1871, την ενωμένη Γερμανική Αυτοκρατορία, για πάνω από οκτώ αιώνες. Ο τελευταίος Κάιζερ, ο Γουλιέλμος Β΄, κύριος υπαίτιος κατά πολλούς για τη σφαγή του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και αδελφός της δικής μας βασίλισσας Σοφίας, εγκατέλειψε τότε τη χώρα για την Ολλανδία, όπου πέθανε εξόριστος το 1941.

Εκατό χρόνια μετά, ο τρισέγγονός του Γεώργιος Φρειδερίκος Φερδινάνδος, ένας 43χρονος επιχειρηματίας, γνωστότερος με τον τίτλο του «πρίγκιπα της Πρωσίας», θεωρείται σήμερα επικεφαλής του σημαντικότερου κλάδου της δυναστείας. Δεν διεκδικεί βέβαια πίσω τον θρόνο των προγόνων του, αλλά αποζημιώσεις και εκατοντάδες κειμήλια αμύθητης αξίας, που σήμερα ανήκουν στο γερμανικό δημόσιο και είναι, τα περισσότερα, εκτεθειμένα σε μουσεία. Αξιώνει επίσης να παραχωρηθεί στον ίδιο και στην οικογένειά του δικαίωμα κατοίκησης, δωρεάν και διά βίου, στο 176 δωματίων ανάκτορο Cecilienhof, στο Πότσνταμ. Mουσείο σήμερα, σε αυτό είχε πραγματοποιηθεί η γνωστή διάσκεψη Στάλιν, Τσώρτσιλ και Τρούμαν, τον Ιούλιο του 1945, δύο μόλις μήνες μετά την άνευ όρων συνθηκολόγηση της Γερμανίας.

Το ζήτημα συνεργασίας με τον ναζισμό

Οπως αναφέρουν δημοσιογραφικές πηγές, τις αμέσως επόμενες εβδομάδες θα ξεκινήσει νέος κύκλος διαπραγματεύσεων μεταξύ του πρίγκιπα της Πρωσίας και των κυβερνήσεων των κρατιδίων του Βραδεμβούργου και του Βερολίνου για την εξεύρεση λύσης κοινής αποδοχής. Η υπόθεση δεν θα παρουσίαζε γενικότερο ενδιαφέρον αν δεν προκαλούσε εδώ και αρκετά χρόνια μιαν οξύτατη διαμάχη για το ναζιστικό παρελθόν της Γερμανίας. Σε αυτήν εμπλέκονται σημαντικότατοι Γερμανοί και Βρετανοί ιστορικοί. Αν και τα περιστατικά διαφέρουν, η έκβαση του ζητήματος της βασιλικής περιουσίας σε εμάς, προ εικοσαετίας, διδάσκει πολλά για όσα θα συμβούν τελικά στη Γερμανία.

Η συνθήκη για την ενοποίηση της Γερμανίας, το 1990, προέβλεπε μεταξύ άλλων απόδοση των ακινήτων ή αποζημίωση σε χρήμα των πολιτών που οι περιουσίες τους είχαν απαλλοτριωθεί από το κομμουνιστικό καθεστώς της υπό σοβιετική κατοχή Ανατολικής Γερμανίας, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Νεότερος νόμος, εν τούτοις, το 1994, όρισε ότι δεν δικαιούνται αποκατάστασης όσοι «είχαν συνδράμει ουσιωδώς», είτε το ναζιστικό είτε το κομμουνιστικό καθεστώς, από τον Μεσοπόλεμο έως την πτώση του Τείχους του Βερολίνου. Η συνταγματικότητα του όρου αυτού αμφισβητήθηκε από τους Χοεντσόλερν, με το επιχείρημα ότι είναι αθέμιτο μια περιουσιακή διεκδίκηση να εξαρτάται από τις «πολιτικές απόψεις και συμπεριφορές» των προγόνων των δικαιούχων. Παρά ταύτα, μια τουλάχιστον αγωγή του πρίγκιπα για το Reinfels, ένα γνωστό κάστρο στην κοιλάδα του Ρήνου, απορρίφθηκε.




Ο Κάιζερ Γουλιέλμος ΙΙ ποζάρει για ένα πορτρέτο το 1911. ASSOCIATED PRESS

Οπως ήταν αναμενόμενο, το ερώτημα αν οι επίγονοι του Κάιζερ Γουλιέλμου συνεργάσθτηκαν ή όχι με το ναζιστικό καθεστώς βρέθηκε στο επίκεντρο της συνεχιζόμενης διαμάχης των ιστορικών. Τις τελευταίες εξελίξεις τις παρουσίασε γλαφυρά στο περιοδικό New York Review of Books (τ. 26.3.2020), ο ιστορικός Δαυίδ Μοταντέλ, αναπληρωτής καθηγητής στην London School of Economics. Τo 2011, κατά παραγγελία των Χοεντσόλερν, ο διάσημος Βρετανός ιστορικός Κρίστοφερ Κλαρκ αμφισβήτησε σε γνωμοδότησή του κάτι που έως τότε θεωρείτο δεδομένο: την ανοιχτή συμπάθεια του Κronprinz Wilhelm (1882-1951), γιου και «διαδόχου» του Γουλιέλμου Β΄, προς τον ναζισμό. Συμπάθεια που είχε εκδηλωθεί πολύ προτού ο Χίτλερ ανεβεί στην εξουσία, το 1933. Ασφαλώς, ο Κλαρκ, καθηγητής στο Κέμπριτζ, αλλά συγγραφέας μιας πολύ δημοφιλούς βιογραφίας του Κάιζερ Γουλιέλμου («Kaiser Wilhelm II. A Life in Power», Penguin, 2000) δεν μπορούσε να αμφισβητήσει ορισμένα περιστατικά που μιλούσαν από μόνα τους, αφού τεκμηριώνονταν με άφθονο ιστορικό υλικό. Τέτοια, μεταξύ άλλων, ήταν η στήριξη του Χίτλερ από τον «διάδοχο» στο β΄ γύρο της προεδρικής εκλογής του 1932, η «επίσημη» φωτογράφισή του με το γνωστό ναζιστικό περιβραχιόνιο και, προπάντων, η συμμετοχή του στην καλά σκηνοθετημένη τελετή στο Πότσνταμ, στις 21.3.1933, όπου ο στρατάρχης Χίντερμπουργκ, πρόεδρος της Δημοκρατίας, αντάλλαξε θερμή χειραψία με τον Χίτλερ μπροστά στις κάμερες, θέλοντας έτσι να συμβολίσει τη συνέχεια μεταξύ του Β΄ και Γ΄ Ράιχ. Απλώς υποστήριξε ότι ο Kronprinz ήταν μία ελάσσων προσωπικότητα (εν πολλοίς μικρόνους) που δεν θα μπορούσε, ακόμη και αν το ήθελε, να συμβάλει ουσιαστικά στην ξέφρενη πορεία του Χίτλερ προς την εξουσία.




Ο γιος του Κάιζερ και «διάδοχος» Γουλιέλμος το 1927. ASSOCIATED PRESS

Η διαμάχη των ιστορικών καλά κρατεί

Οι Χοεντσόλερν, δεν ήθελαν βέβαια τίποτε άλλο για να υποβάλουν τη γνωμοδότηση Κλαρκ στα αρμόδια δικαστήρια. Απαντώντας, η γερμανική κυβέρνηση προσέφυγε σε δύο άλλους ιστορικούς, τον Πέτερ Μπραντ, γιο του γνωστού πολιτικού και καθηγητή στο πανεπιστήμιο του Χάγκεν, και τον Στέφαν Μαλινόφσκι, επίσης Γερμανό καθηγητή στο πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου, ο οποίος θεωρείται από όλους αυθεντία για τη σχέση του ναζισμού με το παλαιό συντηρητικό γερμανικό κατεστημένο. Οι ιστορικοί αυτοί ανέδειξαν πολλά ακόμη περιστατικά, λιγότερο γνωστά έως πρόσφατα, για την πνευματική συγγένεια «διαδόχου» και Χίτλερ (όπως τον φανατικό αντισημιτισμό και των δύο), με τον Μαλινόφσκι να επιμένει ότι, σε μια περίοδο κατά την οποία ο Χίτλερ δεν είχε ακόμη εμπεδώσει την εξουσία του, η υποστήριξη των παλαιών μοναρχικών προς αυτόν ήταν παραπάνω από πολύτιμη. Και αυτό άσχετα αν αργότερα ο Χίτλερ τους αγνόησε, όταν πλέον δεν τους είχε ανάγκη.




Ο τρισέγγονος Γεώργιος Φρειδερίκος Φερδινάνδος το 2009. ASSOCIATED PRESS

Στη συζήτηση που έκτοτε συνεχίζεται και από τις στήλες των εφημερίδων –να άλλο ένα κοινό σημείο με τα συμβαίνοντα και σε εμάς!– πήραν μέρος πολλά γνωστά ονόματα –ιστορικοί, δημοσιογράφοι και δημοσιολογούντες– σε αυτό που ο καθηγητής Μοταντέλ αποκαλεί αναζήτηση στο παρελθόν της σύγχρονης γερμανικής ταυτότητας. Πρόκειται, δηλαδή, για κάτι ανάλογο με αυτό που συνέβη στη Γερμανία στη δεκαετία του 1980, με την προσπάθεια «αποδαιμονοποίησης» του Γ΄ Ράιχ, την λεγόμενη Historikerstreit (για την οποία βλ. τη μελέτη του καθηγητή Χρ. Χατζηιωσήφ, «Η ευρωπαϊκή ενοποίηση, η Γερμανία και η επιστροφή των εθνικισμών», εκδ. Βιβλιόραμα, 2017).

Στις κατηγορίες αυτές απάντησε ο Κλαρκ με επιστολή που δημοσιεύθηκε στο αμέσως επόμενο τεύχος του New York Review of Books (9.4.2020). Εσπευσε να διευκρινίσει ότι σε καμιά περίπτωση δεν υποστηρίζει την επιστροφή των κειμηλίων στους Χοεντσόλερν, τις διεκδικήσεις των οποίων, όπως ισχυρίζεται, αγνοούσε όταν συνέτασσε τη γνωμοδότησή του. «Κανένας ιστορικός, τόνιζε, δεν μπορεί να ελέγξει το πώς τα επιχειρήματά του ερμηνεύονται πολιτικά από τους αναγνώστες του, ο ισχυρισμός όμως ότι οι δικοί μου αναγνώστες στη Γερμανία είναι όλοι συντηρητικοί εθνικιστές είναι τουλάχιστον αστείος». Σε αυτό ο Μοταντέλ αντέτεινε ότι μπορεί μεν οι αναγνώστες του Κλαρκ στη Γερμανία να μην ήταν μόνο συντηρητικοί, δεν ήταν τυχαίο, ωστόσο, ότι αυτόν επέλεξαν οι Χοεντσόλερν να γνωμοδοτήσει υπέρ αυτών.

Οι προοπτικές επίλυσης και το πολιτικό κόστος




17.7.1945. Η Διάσκεψη του Πότσνταμ μεταξύ Τσώρτσιλ, Τρούμαν και Στάλιν έλαβε χώρα στο ανάκτορο Cecilienhof. ASSOCIATED PRESS

Με την πείρα της διεκδίκησης της βασιλικής περιουσίας στο Στρασβούργο από τον τ. βασιλιά Κωνσταντίνο, θα με εξέπλησσε ειλικρινά αν οι διεξαγόμενες διαπραγματεύσεις του πρίγκιπα της Πρωσίας με το γερμανικό δημόσιο κατέληγαν σε φιλικό διακανονισμό. Στις μέρες μας, καμιά κυβέρνηση, ακόμη και συντηρητική, δεν μπορεί να συμβιβασθεί χωρίς απώλειες με έναν έκπτωτο μονάρχη. Καλό θα ήταν κάποιος από τους συμβούλους της κ. Μέρκελ να της υπενθύμιζε πόσο κόστισε στον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη το περίφημο «unfair» του για το δημοψήφισμα του 1974 και η συμφωνία που συνήψε με τον Κωνσταντίνο για το Τατόι, το 1992.

Πιστεύω, με άλλα λόγια, ότι η υπόθεση θα καταλήξει και στη Γερμανία στα δικαστήρια, τα οποία θεωρώ εντελώς απίθανο να ικανοποιήσουν τις παράλογες αξιώσεις των Χοχεντσόλερν. Τούτο σημαίνει ότι, αργά ή γρήγορα, η υπόθεση θα καταλήξει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο του Στρασβούργου, το οποίο, σε ό,τι αφορά τουλάχιστον την ουσία της διεκδίκησης, πιστεύω ότι θα δώσει στους Χοχεντσόλερν ένα ελάχιστο ποσοστό όσων διεκδικούν (όπως ακριβώς και σε εμάς, το 2002).

Καθώς η συζήτηση στη Γερμανία συνεχίζεται, ο δικηγόρος των Χοχεντσόλερν άσκησε αγωγές αποζημιώσεως εναντίον του περιοδικού Der Spiegel, της Frankfurter Allgemeine Zeitung, της Die Zeit και άλλων γνωστών γερμανικών εφημερίδων, στις οποίες καταμαρτυρεί τη δημοσίευση απόψεων δυσφημιστικών για τους εντολείς του και τους προγόνους τους. Ο χορός, με άλλα λόγια, καλά κρατεί, αλλά πολύ φοβούμαι ότι αυτό γίνεται εις βάρος της ακαδημαϊκής ελευθερίας. Διότι, όπως ανέφερε σε ανοιχτή επιστολή προς τον πρίγκιπα της Πρωσίας και ένας από τους εγκαλούμενους ιστορικούς, οι εν λόγω αγωγές συνιστούν πραγματική απειλή για την ανεμπόδιστη ιστορική έρευνα.

Στην Ελλάδα, ευτυχώς, δεν είχαμε ανάλογα παρατράγουδα. Ισως γιατί η έκπτωτη δυναστεία δεν απέκτησε ποτέ σε εμάς τα βαθύτερα εκείνα ερείσματα που θα διασφάλιζαν την αναγκαία διάρκεια στα φιλοβασιλικά αισθήματα.

* Ο κ. Ν. Κ. Αλιβιζάτος είναι ομότιμος καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου του Πανεπιστημίου Αθηνών.


kathimerini.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here