Επιχειρείν στον καιρό της πανδημίας

0

Στις αρχές της χρονιάς, με τις αποταμιεύσεις του από αρκετά χρόνια εργασίας και με τη στήριξη των γονιών του, αποφάσισε να κάνει το επόμενο επαγγελματικό του βήμα: από ιδιωτικός υπάλληλος να γίνει επιχειρηματίας. Για το κατάστημά του αναζητούσε χώρο σε μια περιοχή της Αθήνας «που να έχει ακόμα τη ζεστασιά και την οικειότητα της γειτονιάς».

Τον βρήκε στο Μετς, τον νοίκιασε, κόπιασε για να τον διαμορφώσει με προσωπική εργασία και με τη βοήθεια των φίλων του, και τον γέμισε φυτά εσωτερικού χώρου: έκανε, δηλαδή, αυτό που ονειρευόταν, μια και ο Μάνος Τζιαπώνης μπορεί να έχει πτυχίο μηχανολόγου μηχανικού από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, αλλά το πάθος του, το μεράκι του είναι η κηπουρική.

Το «Mother Plants & Stuff» άνοιξε στις 20 Μαρτίου. Και στις 23 Μαρτίου επεβλήθη στη χώρα γενικό lockdown. «Το να πω ότι πανικοβλήθηκα είναι λίγο», παραδέχεται ο ίδιος. «Eίχα ανοίξει ένα μαγαζί χωρίς να διαθέτω σημαντικό κεφάλαιο, είχα δανειστεί χρήματα, ήλπιζα να αρχίσω να πουλάω αμέσως για να ξεχρεώσω όσο το δυνατόν συντομότερα, είχα ήδη αγοράσει το εμπόρευμα. Και τα φυτά δεν είναι παπούτσια, κονσέρβες ή ηλεκτρικές συσκευές, να κλειδώσεις την πόρτα σου και να τα αφήσεις στα ράφια, γιατί θα σε περιμένουν. Τα φυτά μαραίνονται. Πολλά, μάλιστα, από αυτά που έχω εδώ χρειάζονται καθημερινή φροντίδα».




Ο Μάνος Τζιαπώνης, του «Mother Plants & Stuff», μπορεί να έχει πτυχίο μηχανολόγου μηχανικού από το ΕΜΠ, αλλά το πάθος του είναι η κηπουρική. (Φωτ. ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΖΑΒΟΣ)

Μόλις ξεπέρασε το αρχικό σοκ και συνειδητοποιώντας ότι τα πράγματα στην Αθήνα θα ήταν πολύ δύσκολα για καιρό, ο Μάνος αποφάσισε να φύγει για τη γενέτειρά του, την Αλεξανδρούπολη, ώστε να περάσει την περίοδο της καραντίνας μαζί με τους γονείς του. Δεν έφυγε, όμως, μόνος… «Γέμισα το αυτοκίνητό μου με όσες γλάστρες χωρούσαν, περισσότερες από εκατό, δίνοντας προτεραιότητα στα πιο ευπαθή φυτά, όπως τα σπαθίφυλλα και τις μαράνθες. Τα αράδιασα στα δωμάτια του πατρικού μου κι αυτά έγιναν οι “συγκάτοικοί” μου: πέρασα τις εβδομάδες του εγκλεισμού φροντίζοντάς τα. Μετά την άρση των περιοριστικών μέτρων, επιστρέψαμε μαζί στην Αθήνα. Και τα καμάρωνα: όχι μόνο είχαν επιβιώσει, αλλά και είχαν μεγαλώσει και ομορφύνει!».

Το «Mother Plants & Stuff» λειτουργεί πλέον κανονικά, και ο ιδιοκτήτης του προσπαθεί να κερδίσει τον χαμένο χρόνο. Διατηρεί την ψυχραιμία του. «Στην πορεία, ο φόβος της αρρώστιας, για τους αγαπημένους μου ανθρώπους και για τον εαυτό μου, μετρίασε το άγχος για τη δουλειά. Ακούγεται, ίσως, ως κλισέ, αλλά πραγματικά το εννοώ: αν είμαστε υγιείς, όλα τα άλλα μπορούμε να τα αντιμετωπίσουμε», λέει. Ομως δεν κρύβει την ανησυχία του για το μέλλον. «Τις τελευταίες εβδομάδες ο κόσμος έχει βγει στα μαγαζιά, γιατί το είχε στερηθεί και το είχε ανάγκη, η κυβέρνηση, με τα μέτρα στήριξης που πήρε, μας βοήθησε να μην καταρρεύσουμε. Αλλά η αγορά δεν έχει ακόμα ισορροπήσει, ούτε ξέρω πότε αυτό θα συμβεί. Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει πότε θα τελειώσει η περιπέτεια ή πώς θα είναι η κατάσταση το φθινόπωρο. Δεν είμαι αισιόδοξος. Ακόμα δεν ξέρουμε πού πάμε και τι θα βρούμε μπροστά μας. Ελπίζω να διαψευστώ…».

H περίπτωση του Μάνου Τζιαπώνη δεν είναι η μοναδική. Πολλοί νέοι άνθρωποι στη χώρα μας, δημιουργικοί, αποφασισμένοι να δοκιμάσουν τις δυνάμεις τους στο επιχειρείν, βρήκαν μπροστά τους την πιο κρίσιμη στιγμή το τεράστιο εμπόδιο της πανδημίας. Υποχρεώθηκαν σε αναβολές που «μεταφράζονται» σε χρήμα, προσαρμόζονται σταδιακά στις νέες συνθήκες, καταβάλλουν υπεράνθρωπες προσπάθειες, κάνουν υπερβάσεις, αντιμετωπίζουν το πιο δύσκολο καλοκαίρι των τελευταίων δεκαετιών και αγωνιούν για το μέλλον. Ομως δεν το βάζουν κάτω. Κυνηγούν το όνειρό τους, ελπίζοντας σε καλύτερες μέρες.

«Ο κόσμος είναι αμήχανος, το κέντρο της Αθήνας έχει πρόβλημα»

Το όνειρο της Ελλης Ξεμαντήλωτου ήταν να δημιουργήσει ένα κατάστημα αφιερωμένο στο πρωινό, με ποιοτικά βρώσιμα είδη Ελλήνων παραγωγών – «Βούτυρα καρπών από την Εύβοια, βρώμη από τη Χαλκιδική, μέλι από τα Κύθηρα και τη Σίφνο κ.ο.κ.», όπως εξηγεί, καθώς και σκεύη για να το απολαμβάνει κανείς όπως του αξίζει. Για την ίδια, που εργάζεται και ως γυμνάστρια, «το πρωινό είναι το πιο σημαντικό γεύμα της ημέρας, είναι ο χρόνος που δίνουμε στον εαυτό μας ώστε να συγκεντρώσει πολύτιμη ενέργεια, είναι ιεροτελεστία». Αυτό προσπαθεί να μάθει και στην επτάχρονη κόρη της. Στις αρχές Φεβρουαρίου, σε μια υπέροχη πολυκατοικία του Μεσοπολέμου στην οδό Πραξιτέλους, βρήκε τον χώρο που αναζητούσε για να στεγάσει την επιχείρησή της. Βέβαια, ήταν σαν γιαπί, δεν είχε καν ηλεκτρικό ρεύμα. Με το που ολοκληρώθηκαν οι εργασίες διαμόρφωσής του, έγινε το lockdown. «Δεν ήταν μόνο το ότι δεν μπορούσε να ανοίξει το “FIG” τα χτυπήματα ήταν πολλαπλά: από τις αρμόδιες υπηρεσίες δεν μπορούσα να πάρω εγκαίρως την άδεια πώλησης τροφίμων, όλα καθυστερούσαν σε απελπιστικό βαθμό. Και, φυσικά, είχαν κλείσει και τα γυμναστήρια, οπότε δεν μπορούσα να εργαστώ ούτε εκεί…».

Δεν έκανε πίσω. Στη διάρκεια της καραντίνας, ενώ το κέντρο της Αθήνας ήταν έρημο, εκείνη μετέφερε κούτες με vintage φλιτζανάκια και τσαγιέρες, ελληνικά συλλεκτικά κεραμικά από εργοστάσια που έχουν κλείσει εδώ και χρόνια και πιάτα εμαγιέ. Στις 11 Μαΐου όλα ήταν έτοιμα και το «FIG» άνοιξε, έστω και χωρίς να έχει πετύχει εκατό τοις εκατό τον αρχικό στόχο του. «Το e-shop μας, που θα διαθέτει και βρώσιμα είδη, θα ξεκινήσει τον Σεπτέμβριο, γιατί αυτή την περίοδο οι προμήθειες είναι πολύπλοκη υπόθεση», λέει η Ελλη Ξεμαντήλωτου, που έχει απόλυτη επίγνωση της δυσκολίας του εγχειρήματος. «Το καλοκαίρι είναι μια περίοδος χαλάρωσης, που πάντα μας ξεγελά. Δεν έχουμε όλοι συνειδητοποιήσει τη σοβαρότητα της κατάστασης και το φθινόπωρο ίσως βρεθούμε μπροστά σε δυσάρεστες εκπλήξεις – σε ό,τι αφορά την αγορά και την οικονομία. Προσωπικά, πάντως, δεν φοβάμαι. Εργάζομαι από δεκατεσσάρων ετών, έχω μάθει να προσαρμόζομαι και, αν δεν μπορώ να διορθώσω κάτι, να προχωράω παρακάτω, να μην εγκλωβίζομαι. Το μόνο που με κάνει κάπως να αισιοδοξώ είναι ότι αυτό που ζούμε δεν μοιάζει με την περίοδο των μνημονίων, τότε που οι πάντες σφυροκοπούσαν την χώρα μας. Τώρα το πρόβλημα είναι παγκόσμιο. Ολοι το ζούμε, μαζί θα βρούμε τρόπους να το ξεπεράσουμε».




Στο «FIG», της Ελλης Ξεμαντήλωτου, θα βρει κανείς ελληνικά συλλεκτικά κεραμικά από εργοστάσια που έχουν κλείσει εδώ και χρόνια. (Φωτ. ΝΙΚΟΣ ΚΟΚΚΑΛΙΑΣ)

Στο Θησείο, εν μέσω πανδημίας, μια οικογενειακή επιχείρηση «γεννήθηκε»: «Το Καφενείον του Ρίζου». Τα αδέλφια Μιχάλης και Θέμελης Ρίζος, μαζί με τη Νίκη Μαυροειδή, σύζυγο του Θέμελη, οραματίστηκαν ένα σύγχρονο αστικό καφενείο, στον ομώνυμο ιστορικό χώρο, που από το 1948 μέχρι το 1990 ήταν σημείο αναφοράς για την περιοχή. «Η δαιδαλώδης αδειοδοτική διαδικασία –στην οποία εμπλέκονταν πέντε υπουργεία και τρεις δημοτικές υπηρεσίες!– ολοκληρώθηκε στα τέλη Φεβρουαρίου. Ανοίξαμε στα μέσα Μαρτίου και λειτουργήσαμε μόλις εννέα μέρες, πριν αποφασιστεί το κλείσιμο των καταστημάτων εστίασης», λέει ο Μιχάλης Ρίζος. «Είχαμε μείνει άνεργοι, αλλά δεν θέλαμε να μείνουμε και άεργοι – και για να μην τρελαθούμε, και για να στηρίξουμε ψυχολογικά ο ένας τον άλλο και μαζί τους υπαλλήλους μας».

Οι τρεις συνέταιροι αποφάσισαν, λοιπόν, να αξιοποιήσουν τις μέρες της καραντίνας, δίνοντας νέα πνοή στη γειτονική πλατεία Ζακλίν ντε Ρομιγί, που είχε μείνει παρατημένη επί χρόνια. Την καθάρισαν, αγόρασαν φυτά και τα φύτευσαν και τη φροντίζουν σαν να είναι η αυλή τους. «Ταυτόχρονα, κάναμε προετοιμασίες για την “επόμενη μέρα”: από την τοποθέτηση των τραπεζοκαθισμάτων μέχρι τον σχεδιασμό καινούργιου, πιο ευέλικτου μενού». Τις πρώτες εβδομάδες της επανεκκίνησης, τα πράγματα δεν έχουν κυλήσει με τον καλύτερο τρόπο.




Ο Μιχάλης Ρίζος του ομώνυμου, σύγχρονου αστικού καφενείου στο Θησείο. (Φωτ. ΝΙΚΟΣ ΚΟΚΚΑΛΙΑΣ)

Πτώση 50%

«Στα τέλη Μαΐου, σε όλο το ιστορικό κέντρο, η ταμειακή πτώση ξεπερνούσε το 60%, σε σχέση με το αντίστοιχο περυσινό διάστημα. Τώρα βρισκόμαστε στο 50%. Παρά ταύτα, κι ενώ τα ενοίκια και οι συμβάσεις του προσωπικού “τρέχουν”, μένουμε ψύχραιμοι και περιμένουμε. Βέβαια, εμείς δεν έχουμε κάνει μεγάλα ανοίγματα. Οσοι έχουν σημαντικές οφειλές στις τράπεζες και στο Δημόσιο δεν θα αντέξουν, θα κατεβάσουν ρολά. Ο κόσμος είναι φοβισμένος και αμήχανος και το κέντρο έχει πρόβλημα. Πρώτον γιατί πολλοί εργάζονται ακόμα από το σπίτι τους. Δεύτερον, γιατί ενώ οι Αθηναίοι αποφεύγουν τα μέσα μαζικής μεταφοράς, όπως τους συμβουλεύουν οι επιστήμονες, λύσεις για πάρκινγκ δεν υπάρχουν. Και, τρίτον, γιατί εφαρμόστηκε ο Μεγάλος Περίπατος: ενώ είναι πολύ καλή εξέλιξη, η επικοινωνιακή διαχείρισή του είναι καταστροφική. Χωρίς να υπάρχει σοβαρό πρόβλημα, οι πολίτες έχουν σχηματίσει την εικόνα ενός κέντρου μπλοκαρισμένου και απροσπέλαστου, κάτι που λειτουργεί αποτρεπτικά».

Από την 1η Ιουλίου και μετά, όταν θα έχει υλοποιηθεί το επόμενο στάδιο χαλάρωσης των μέτρων και οι πύλες της χώρας θα είναι ορθάνοιχτες για να υποδεχθούν ξένους επισκέπτες, θα κριθούν όλα, υποστηρίζει ο συνομιλητής μου. «Ελπίζουμε τότε να αντικρίσουμε κανένα… σανδάλι τουρίστα. Γιατί μέχρι σήμερα, ξένος δεν έχει φανεί. Αν περάσετε από την Πλάκα και ειδικά από την οδό Αδριανού, θα δείτε τους επιχειρηματίες με μαύρες πλερέζες».

Ενα παντοπωλείο και μια ταβέρνα πολύ «ψαγμένα»

Mόλις την περασμένη Παρασκευή –με καθυστέρηση περίπου δύο μηνών από τον αρχικό προγραμματισμό, λόγω κορωνοϊού– άνοιξε στο Πάνω Κουφονήσι η «λaska». Για τους ιδιοκτήτες, τους σεφ Σήφη Μανουσέλη και Στέφανο Καζολέα, είναι το πρώτο τους επαγγελματικό βήμα εκτός Αττικής. Ανυπομονούσαν γι’ αυτό και είχαν από καιρό κατασταλάξει στην αισθητική και στη φιλοσοφία του μαγαζιού τους: ένα προσεγμένο μοντέρνο εστιατόριο-ταβέρνα, με «σφιχτό» μενού, που θα ακολουθεί πιστά τις εποχές ως προς την παραγωγή πρώτων υλών, θα αξιοποιεί τον πλούτο των κυκλαδίτικων προϊόντων και θα κάνει τη διαφορά και στο κελάρι, διαθέτοντας μια πλούσια λίστα κρασιών από τον εγχώριο και διεθνή αμπελώνα και επώνυμων ελληνικών αποσταγμάτων. Πράγματι, στους πελάτες τους σερβίρουν, μεταξύ άλλων, ψάρια και θαλασσινά από τα δίχτυα των ντόπιων ψαράδων, κρέατα από την Κέρο και τα Κουφονήσια, λαχανικά και φρούτα από τη Νάξο, τυριά και αλλαντικά από τα γύρω κυκλαδονήσια, χειροποίητο προζυμένιο ψωμί.




Ο Σήφης Μανουσέλης, σεφ και συνιδιοκτήτης στη «λaska». Πάνω, δύο από τα πιάτα του.

Η πανδημία αναπόφευκτα επιβράδυνε κάπως τη… φόρα τους αλλά δεν την έκοψε. Ούτε μπόρεσε να μετριάσει το πάθος και τον ενθουσιασμό τους. «Αγχωθήκαμε, στενοχωρηθήκαμε, δεν θα το κρύψω, αλλά ούτε μια στιγμή δεν πέρασε από το μυαλό μας η σκέψη να υποχωρήσουμε και να ματαιώσουμε τα σχέδιά μας», λέει ο Σήφης Μανουσέλης. «Εχει πολλές ιδιαιτερότητες αυτό το καλοκαίρι, δεν πετάμε στα σύννεφα, αλλά εμείς είμαστε σίγουροι ότι όλα θα πάνε καλά. Ο κόσμος έχει πιεστεί πολύ ψυχολογικά, έχει ανάγκη να πάει διακοπές και θα το κάνει. Η πληρότητα στα Κουφονήσια τον Ιούλιο θα είναι 60% και τον Αύγουστο 80%. Οι κρατήσεις είναι σχεδόν όλες από Ελληνες. Η “λaska” για μας δεν είναι μαγαζί για μία σεζόν, όπως συνήθως συμβαίνει, αλλά επένδυση τουλάχιστον δεκαετίας».




Η Θεοδώρα Λουκή θεωρεί ότι το πλήγμα από τον ιό θα είναι μεγάλο.

Στην Πάρο

Λίγο πιο βόρεια, στην Πάρο, τα αδέλφια Θεοδώρα και Αρσένης Λουκής αποφάσισαν στα τέλη της περασμένης χρονιάς να επεκτείνουν την οικογενειακή επιχείρησή τους. Το 2015 είχαν ανοίξει ένα ντελικατέσεν στη Νάουσα και το είχαν γεμίσει με εκλεκτά προϊόντα από όλη την Ελλάδα, κυρίως από μικρούς παραγωγούς και οικοτεχνίες, αλλά και με τα δικά τους φρούτα και κηπευτικά (ρόδια, σύκα, σταφύλια, δαμάσκηνα, φραγκόσυκα, εσπεριδοειδή), τα οποία παράγονται στα κτήματά τους – τα περισσότερα με βιολογική καλλιέργεια. Βλέποντας την εντυπωσιακή δυναμική που είχε ώς τώρα ο τουρισμός στο νησί τους (η περυσινή σεζόν ήταν η καλύτερη, με διαφορά, εδώ και δεκαετίες και οι προβλέψεις για τα επόμενα χρόνια ήταν ευοίωνες), νοίκιασαν έναν χώρο στην Παροικιά, ώστε να τον μετατρέψουν σε ένα δεύτερο, πολύ μεγαλύτερο «ψαγμένο παντοπωλείο».

Μελετημένο επιχειρηματικό άνοιγμα. Πώς θα μπορούσαν να προβλέψουν τον κορωνοϊό; «Ενώ ήμασταν πανέτοιμοι, χάσαμε τουλάχιστον ένα δίμηνο», λέει η Θεοδώρα Λουκή. «Τουρίστες στην Πάρο δεν έχουν έρθει και δεν ξέρουμε πόσοι θα έρθουν τελικά φέτος, το ακίνητο είναι ακριβό, τα ενοίκια τρέχουν, από τις μέρες του Πάσχα και μόνο θα είχαμε πάρει μια ανάσα, αλλά δυστυχώς το κατάστημα παρέμεινε κλειστό. Φοβάμαι ότι θα μας πάει τουλάχιστον μία πενταετία πίσω η πανδημία. Κι όχι μόνο εμάς, αλλά όλους μας στην Πάρο. Είμαστε όλοι κρίκοι στην ίδια αλυσίδα, βλέπετε. Ενας κρίκος αν φύγει, θα πέσουν και οι υπόλοιποι». Θα το παλέψετε, όμως; τη ρωτώ. «Ε, ναι! Πώς αλλιώς; Η ζωή μας είναι εδώ», απαντά. 

Περιμένοντας τους τουρίστες




Στην κουζίνα του «Ριζά», από αριστερά: Ακης Μπλετσογιάννης, Δημήτρης Κουρκούτης και Λουκάς Μάιλερ.

Το Ανδρώνι είναι συνοικία της Μύρινας, πρωτεύουσας της Λήμνου. Με τα μικρά, γραφικά δρομάκια του και μακριά από την τουριστική «βιτρίνα» του λιμανιού, μοιάζει με χωριό μέσα στην πόλη. Εκεί αποφάσισαν να φτιάξουν ένα καινούργιο εστιατόριο δύο σεφ και αγαπημένοι φίλοι: ο Ελληνοαυστριακός Λουκάς Μάιλερ και ο Ακης Μπελτσογιάνης, μισός Λημνιός, μισός Τρικαλινός. Κάπως έτσι γεννήθηκαν τα «Ριζά» (το μαγαζί ονομάστηκε έτσι γιατί το Ανδρώνι βρίσκεται στους πρόποδες ενός λόφου).

«Σκοπός μας ήταν να φτιάξουμε έναν χώρο που να απευθύνεται σε όλους: και στον ντόπιο που θέλει απλώς να βγει μια βόλτα και να πιει ένα ουζάκι, και στον ξένο επισκέπτη, που επιθυμεί να γνωρίσει και να απολαύσει εκλεκτές ελληνικές γεύσεις και έχει την οικονομική δυνατότητα να παραγγείλει κι ένα μπουκάλι καλό κρασί», εξηγεί ο Λουκάς Μάιλερ.

«Σχεδιάσαμε το μενού με τη λογική να μαγειρεύουμε απλά, έντιμα πιάτα, αποφεύγοντας τις φιοριτούρες, αλλά με τρόπο που να αναδεικνύει την ποιότητα των πρώτων υλών και τη γεύση τους. Χρησιμοποιούμε μόνο τοπικά προϊόντα, λοιπόν, και αγοράζουμε ό,τι καλύτερο βρίσκουμε στα καΐκια των ντόπιων ψαράδων».

Το μενού

Μια ματιά στο μενού αυτής της εβδομάδας αποδεικνεύει του λόγου του αληθές: μπριάμ πεσκανδρίτσας, καλαμάρι με φασολάκια, σκορπίνα γιουβέτσι με μανέστρα Λήμνου, μπαρμπούνια στο τηγάνι με αγριοθύμαρο, αστακός με φλωμάρια (παραδοσιακό τοπικό ζυμαρικό), τοματοσαλάτα με μελίχλωρο.

Το ξεκίνημά τους, όμως, έμελλε να γίνει στο πιο δύσκολο, στο πιο αλλοπρόσαλλο καλοκαίρι που θα μπορούσαν να φανταστούν. «Τουρίστας μέχρι στιγμής δεν έχει εμφανιστεί στο νησί. Ακόμα και οι ντόπιοι είναι μουδιασμένοι, μαγκωμένοι. Ξέρετε πόσοι έρχονται με τα δικά τους ποτήρια και μαχαιροπίρουνα; Φοβούνται τον κορωνοϊό. Είναι λογικό, δεν τους παρεξηγούμε. Η σεζόν είναι οριστικά χαμένη, το έχουμε πια αποδεχθεί, δεν περιμένουμε κάποιο θαύμα», λέει ο Λουκάς.

«Από την άλλη, ίσως ήταν καλό το ότι ανοίξαμε σε αυτή τη συγκυρία. Οταν ξεκινάς από τον… πάτο, δεν μπορείς παρά να αρχίσεις να ανεβαίνεις. Τι χειρότερο μπορεί να μας συμβεί; Δεν σταματάμε, λοιπόν, να προσπαθούμε και να ελπίζουμε».


kathimerini.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here