Αποψη: Η COVID-19 και το μέλλον της Ευρώπης

0


Φωτ. Reuters

Η κρίση της νόσου COVID-19 είναι πιθανότατα το μεγαλύτερο κοινωνικό πείραμα της ζωής μας. Δεν γνωρίζουμε πότε ή πώς θα τελειώσει. Είναι ακόμη πολύ νωρίς για να προβλέψουμε πόσο ριζικά έχει αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο οι Ευρωπαίοι αντιλαμβάνονται τις κοινωνίες τους, αλλά είναι ήδη προφανές ότι η πανδημία έχει αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται τον κόσμο εκτός της Ευρώπης και, ως εκ τούτου, τον ρόλο της ΕΕ στη ζωή τους.

Η κοινή γνώμη δεν ήταν σημαντικός πολιτικός παράγοντας στα πρώτα στάδια της κρίσης της COVID-19. Όμως, στο επόμενο στάδιο της κρίσης, καθώς οι κυβερνήσεις αναλαμβάνουν νέες ευθύνες και προσπαθούν να συγκεντρώσουν τρισεκατομμύρια για να χρηματοδοτήσουν μια πιθανή ανάκαμψη, δεν θα είναι αρκετό για τις Βρυξέλλες και τις εθνικές πρωτεύουσες να αναπτύξουν τα σωστά σχέδια. Θα πρέπει να βρουν τη σωστή γλώσσα και το κατάλληλο πλαίσιο για να δικαιολογήσουν τις πολιτικές τους. Για να το επιτύχουν αυτό, θα είναι σημαντικό να κατανοήσουν πώς έχει (ή δεν έχει) αλλάξει η COVID-19 τους φόβους και τις προσδοκίες του κοινού.

Τα στοιχεία των δημοσκοπήσεων είναι, με την πρώτη ματιά, παράδοξα: δείχνουν τεράστια υποστήριξη για μια ευρωπαϊκή συνεργασία και εξίσου μεγάλη απογοήτευση στους υπάρχοντες θεσμούς. Από τη μία πλευρά, μεγάλες πλειοψηφίες ατόμων σε όλες τις εξεταζόμενες χώρες – από 51-52% στη Σουηδία και τη Γαλλία, έως 80% στην Ισπανία και 91% στην Πορτογαλία – αναφέρουν ότι η κρίση τούς έχει πείσει ακόμη περισσότερο σχετικά με την ανάγκη για περαιτέρω συνεργασία εντός της ΕΕ. Από την άλλη πλευρά, οι πλειοψηφίες σε όλες τις χώρες που συμμετείχαν στην έρευνα, διαμαρτύρονται ότι η ΕΕ δεν ανταποκρίθηκε στην πρόκληση. Αυτό περιλαμβάνει ποσοστά της τάξης του 63% στην Ιταλία και 61% στη Γαλλία. Ίσως πιο ανησυχητικό από τον μεγάλο αριθμό ατόμων που πιστεύουν ότι η απόδοση της ΕΕ ήταν κακή, είναι ο ακόμη μεγαλύτερος αριθμός ανθρώπων που θεωρούν ότι η ΕΕ δεν ήταν επωφελής (περισσότεροι από τους μισούς ερωτηθέντες στη Γαλλία).  

Αντιμέτωπες με μια υπαρξιακή απειλή, οι μεγάλες πλειοψηφίες θεώρησαν ότι κανείς δεν ήταν εκεί για να τους βοηθήσει – με πολύ χαμηλό αριθμό ατόμων να βλέπει υποστήριξη από την πλευρά της ΕΕ, των διεθνών πολυμερών οργανισμών ή των μεγαλύτερων οικονομικών εταίρων της Ευρώπης. Η κρίση έχει πλήξει μόνιμα τη φήμη των δύο μεγαλύτερων οικονομικών εταίρων της Ευρώπης: των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας. Στην περίπτωση της Κίνας, η στάση των Ευρωπαίων έχει επιδεινωθεί σε μεγάλο βαθμό, λόγω του τρόπου με τον οποίο η κρίση αποκάλυψε μια επιθετική πλευρά στη διεθνή δραστηριότητα της χώρας. Εν τω μεταξύ, η κατάρρευση της εικόνας των ΗΠΑ στα μάτια πολλών Ευρωπαίων δεν είναι, κατά την άποψή μας, απλώς μια ακόμη ένδειξη σχετικά με το πόσο οι Ευρωπαίοι αντιτίθενται στην εξωτερική πολιτική του Τραμπ. Είναι, επίσης, μια ένδειξη ότι η κρίση της νόσου COVID-19 είχε ως αποτέλεσμα πολλοί Ευρωπαίοι να δουν τις ΗΠΑ ως έναν αποτυχημένο ηγέτη, ο οποίος δεν εμπνέει εμπιστοσύνη πως μπορεί να υπερασπιστεί τον Δυτικό Κόσμο. 

Η COVID-19 φαίνεται να έχει αλλάξει δραματικά τον τρόπο με τον οποίο οι Ευρωπαίοι βλέπουν τον κόσμο πέρα από την ήπειρό τους, γεγονός που, με τη σειρά του, τους οδήγησε να επανεκτιμήσουν τον ρόλο της ΕΕ. Αν εξετάσουμε περισσότερο τα δεδομένα, μπορούμε να κατασκευάσουμε τρία νοητικά μοντέλα που χρησιμοποιούν οι Ευρωπαίοι πολίτες για να κατανοήσουν τον κόσμο μετά την κρίση. 

Αρχικά, έχουμε τους «Νέους Ψυχρούς Πολεμιστές», οι οποίοι αποτελούν το 15% των ερωτηθέντων. Αυτοί οι πολίτες πιστεύουν ότι το μέλλον είναι ένας διπολικός κόσμος με τις ΗΠΑ ως ηγέτη του ελεύθερου κόσμου και την Κίνα ως ηγέτη ενός αυταρχικού άξονα που περιλαμβάνει κράτη όπως η Ρωσία και το Ιράν. 

Δεύτερον, έχουμε τους «Κάντο Μόνος σου», οι οποίοι είναι διπλάσιοι από τους «Νέους Ψυχρούς Πολεμιστές» και αποτελούν το 29% των ερωτηθέντων. Αυτοί οι πολίτες πιστεύουν ότι, μετά την κρίση, θα ζούμε σε έναν κόσμο στον οποίο όλα τα κράτη θα πρέπει να λειτουργούν μόνα τους, δημιουργώντας βολικές συμμαχίες με άλλους παίκτες για την υπεράσπιση των συμφερόντων τους. 

Τέλος, η μεγαλύτερη και πολιτικά σημαντικότερη ομάδα είναι οι «Στρατηγικοί Κυρίαρχοι», οι οποίοι αποτελούν το 42% των ερωτηθέντων. Αυτοί οι πολίτες πιστεύουν ότι η COVID-19 έχει δημιουργήσει έναν κόσμο από συνασπισμούς και περιφέρειες. Κατά την άποψή τους, η αξία της Ευρώπης σε αυτήν τη νέα εποχή θα εξαρτηθεί από την ικανότητα της ΕΕ να ενεργεί από κοινού. Δεν ήταν η COVID-19, αλλά η αποτυχία της διεθνούς κοινότητας να καταλήξει σε αποτελεσματικούς κοινούς τρόπους ανταπόκρισης που μεταμόρφωσαν μερικούς από τους χθεσινούς κοσμοπολίτες σε νέους οπαδούς της Ευρωπαϊκής κυριαρχίας. Για αυτούς, η Ευρώπη δεν αποτελεί πλέον ένα έργο που στηρίζεται κυρίως σε ιδέες και αξίες, είναι μια κοινότητα που πρέπει να παραμείνει ενωμένη για να πάρει πίσω τον έλεγχο του μέλλοντός της. Η αναδυόμενη κοσμοθεωρία αυτής της ομάδας, θα μπορούσε να περιγραφεί καλύτερα ως «προοδευτικός προστατευτισμός». Όσον αφορά στο ενδεχόμενο η κατασκευή αγαθών να επιστρέψει στην Ευρώπη από την Κίνα, η μεγαλύτερη υποστήριξη προέρχεται από τις μεγαλύτερες χώρες, τη Γαλλία και τη Γερμανία. Οι πολίτες μικρότερων χωρών φαίνεται να θεωρούν τον προστατευτισμό λιγότερο βιώσιμο.

Και οι τρεις κοσμοθεωρίες είναι παρούσες σε όλες τις εξεταζόμενες χώρες, αλλά τα δεδομένα αμφισβητούν πολλές από τις παγιωμένες αντιλήψεις μας. Παρόλο που οι Ανατολικοευρωπαίοι συχνά συγκαταλέγονται ανάμεσα στους «Νέους Ψυχρούς Πολεμιστές» – δεδομένου του άγριου Ατλαντικισμού που χαρακτηρίζει μεγάλο μέρος της περιοχής – η Ιταλία και η Γαλλία έχουν τον μεγαλύτερο αριθμό «Νέων Ψυχρών Πολεμιστών». Οι Γερμανοί θεωρούν τους εαυτούς τους φιλοευρωπαίους, αλλά το 59% των Γερμανών πιστεύει ότι ο κόσμος θα πρέπει να ορίζεται από χώρες που φροντίζουν τον εαυτό τους.

Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και τα θεσμικά όργανα των Βρυξελλών έχουν εντοπίσει ότι η κρίση του κορωνοϊού έχει καταστήσει την Ευρώπη πιο σημαντική στους ψηφοφόρους. Το γαλλο-γερμανικό σχέδιο ανάκαμψης που παρουσιάστηκε τον Μάιο θα μπορούσε να είναι η αρχή ενός σπουδαίου νέου σταδίου της ευρωπαϊκής ιστορίας. Οι σχολιαστές έσπευσαν να περιγράψουν τη συμφωνία ως μια «στιγμή Χάμιλτον» για την ΕΕ, υποδηλώνοντας ότι το σχέδιο ήταν ένας ενδιάμεσος σταθμός στον δρόμο προς τις Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης, όπου η κυριαρχία θα βρισκόταν στις Βρυξέλλες. 

Ωστόσο, οι δημοσκοπήσεις μάς δείχνουν ότι τα συναισθήματα των ευρωπαίων πολιτών σήμερα είναι πιο κοντά σε αυτά που εξέφρασε ο Βρετανός ιστορικός Άλαν Μίλγουορντ από αυτά που περιέχονται στα ομοσπονδιακά κείμενα των ΗΠΑ. Η ρεβιζιονιστική ιστορία του Milward, Η Ευρωπαϊκή διάσωση του έθνους-κράτους, υποστήριξε ότι η κινητήρια δύναμη για το ευρωπαϊκό σχέδιο ήταν η ανάκαμψη, και όχι η εξαφάνιση, της εθνικής κυριαρχίας. Αν και είναι αλήθεια ότι η αφήγηση του Μίλγουορντ αφορούσε τα έθνη που διασώζουν τα κράτη τους από τις δικές τους εγγενείς συγκρούσεις στη δεκαετία του 1950, η ζήτηση το 2020 για «περισσότερη Ευρώπη» αφορά τη διάσωση του έθνους-κράτους από εξωτερικές πιέσεις. Τα δεδομένα μας δείχνουν ότι είμαστε μάρτυρες περισσότερο μιας «στιγμής Μίλγουορντ» παρά μιας «στιγμής Χάμιλτον». Δηλαδή, συντελείται όχι τόσο ένα ριζοσπαστικό βήμα προς την ομοσπονδιοποίηση, αλλά μια αυξανόμενη συναίνεση γύρω από την ανάγκη ενδυνάμωσης των Βρυξελλών για τη διάσωση του έθνους-κράτους.

* Ο κ. Ιβάν Κράστεφ είναι πρόεδρος του Κέντρου Φιλελεύθερων Στρατηγικών

Ο κ. Μαρκ Λέοναρντ είναι διευθυντής του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων


kathimerini.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here