Νέα Υόρκη, στα παρασκήνια ενός «ναού» της τέχνης

0

Πολλοί άνθρωποι είχαν τα γενέθλιά τους την άνοιξη, στη διάρκεια της καραντίνας, και δεν μπόρεσαν να τα γιορτάσουν. Το ίδιο και ένα από τα σημαντικότερα μουσεία στον κόσμο, το Μητροπολιτικό της Νέας Υόρκης. Εκατόν πενήντα χρόνια γιορτάζει φέτος το Μετροπόλιταν, που ιδρύθηκε καθώς ανθούσε η αισιοδοξία μετά τη λήξη του αμερικανικού εμφυλίου. Πριν από το lockdown, επτά εκατ. άνθρωποι απ’ όλο τον κόσμο το επισκέπτονταν κάθε χρόνο για να θαυμάσουν περισσότερα από 1,5 εκατ. εκθέματα, ενώ 30 εκατ. εξερευνούν την ιστοσελίδα του. Το κλείσιμό του στις 13 Μαρτίου συνδέθηκε, όπως και σε άλλα μουσεία, με απολύσεις προσωπικού (80 υπάλληλοι τον Μάιο), μειώσεις μισθών (των υψηλόβαθμων στελεχών του) και, μεγάλες απώλειες εσόδων: εκτιμάται πως φέτος θα είναι της τάξεως των 150 εκατ. δολαρίων. Τώρα, το άνοιγμα στις 29 Αυγούστου συνδέεται με  περιορισμένο αριθμό επισκεπτών (το 25% της μέγιστης χωρητικότητάς του) και με κρατήσεις. Η έκθεση με την οποία θα υποδεχθεί το μουσείο το διεθνές κοινό αφορά την ίδια την ιστορία του: «Δημιουργώντας το Μετ» (το υποκοριστικό του Μετροπόλιταν) και ανατρέχει σε δέκα σταθμούς της πορείας του μουσείου, ώσπου να γίνει ο μεγάλος οργανισμός των 2.000 υπαλλήλων.

Ανάμεσα σε ημερίδες και δραστηριότητες που ετοιμάζονται είναι και εκείνες που εισάγουν το κοινό στους συναρπαστικούς τρόπους με τους οποίους συντηρητές με νέες επιστημονικές μεθόδους συντηρούν τα εκθέματα. Διαφημίζοντας την έκθεση που ανοίγει τον Σεπτέμβριο, το Μετ δίνει μια ιδέα διαλέγοντας έξι εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους αντικείμενα, καλώντας μας να ταξιδέψουμε στα παρασκήνιά του.

Οι μεταμορφώσεις της «Μικρής χορεύτριας»

Οταν ο Ντεγκά πρωτοπαρουσίασε αυτό που έμελλε να γίνει ένα από τα διασημότερα γλυπτά του, τη «Μικρή χορεύτρια ετών δεκατεσσάρων», άλλοι το ύμνησαν και άλλοι το κατηγόρησαν. Ενα γλυπτό κατασκευασμένο, μεταξύ άλλων, από χρωματισμένες κηρήθρες, ανθρώπινα μαλλιά, λινό και βαμβακερό ύφασμα, δεν ήταν ό,τι πιο συνηθισμένο στο τέλος του 19ου αιώνα.

Σε μια επίσκεψή της στο εργαστήριο του περίφημου Γάλλου γλύπτη, ζωγράφου και χαράκτη, η Λουιζίν Χαβμέγιερ ζήτησε να το αγοράσει. Ο Ντεγκά ήθελε να σμιλέψει μια καλύτερη εκδοχή από κερί ή από μπρούντζο, αλλά η Αμερικανίδα συλλέκτρια και πρωτοπόρος φεμινίστρια επέμενε στο πρωτότυπο. Μετά τον θάνατο του Ντεγκά, το 1917, οι κληρονόμοι του αποφάσισαν να αναπαραγάγουν τα γλυπτά του σε μπρούντζο, προκαλώντας μια διαμάχη γύρω από τις αληθινές προθέσεις που είχε εκείνος. Μαζί με τη «Μικρή χορεύτρια», βρέθηκαν στο εργαστήριό του φθαρμένα και πολλά άλλα γλυπτά από κερί ή πηλό. Παλιός φίλος του Ντεγκά, ο γλύπτης Πολ Αλμπέρ Μπαρτολομέ συντήρησε 22 από αυτά για περιορισμένη σειρά σε μπρούντζο. Για να μείνουν πιστά στα πρωτότυπα, η οδηγία ήταν τα τελευταία να μην καθαριστούν. Πανταχού παρούσα, η Χαβμέγιερ εξασφάλισε και πάλι την πρώτη σειρά από τα μπρούντζινα και πρόσφερε πολλά από αυτά στο Μετροπόλιταν, στο οποίο, άλλωστε, θα χάριζε συνολικά 2.000 έργα τέχνης της μονάκριβης συλλογής που κατείχε με τον σύζυγό της.

Κοιτάζοντας προσεκτικά τη «Μικρή χορεύτρια», ένα από τα πιο πολυφωτογραφημένα εκθέματα του αμερικανικού μουσείου, μπορεί κανείς να δει λεπτομέρειες του πρωτότυπου που έχουν απαθανατιστεί στον μπρούντζο, από ίχνη του κεριού στα μαλλιά έως ελαττώματα σαν το σπάσιμο στον αριστερό ώμο του κοριτσιού. Οι αναλυτές και συντηρητές του Μετροπόλιταν αποφάνθηκαν ότι το έργο κατασκευάστηκε από κράμα χαλκού, κασσίτερου και ψευδαργύρου, παρόμοιο με εκείνο που χρησιμοποιήθηκε και σε άλλες μελέτες γλυπτών του Ντεγκά. Οι ακτίνες Χ έδειξαν ότι το μέταλλο χύθηκε ομοιόμορφα στο καλούπι και μόνο σε ελάχιστα σημεία του κεφαλιού υπάρχει κάποια αραιότητα.

Η «Μικρή χορεύτρια» άλλαξε πολλές φορές φούστα κατά την παραμονή της στο μουσείο: Το 1922, έπειτα το 1968. Το 1998 «φόρεσε» μια ρεπλίκα της πρώτης φούστας και το 2018 μια βασισμένη στο αυθεντικό κέρινο γλυπτό, η οποία θεωρήθηκε πιο κοντινή σε αυτό που ο Ντεγκά είχε αρχικά στον νου του.

«Το μεγάλο κύμα» δεν ξεθύμανε ποτέ

Λίγο πριν από τον εορτασμό της Πρωτοχρονιάς του 1831, η εκτυπωτική εταιρεία Εϊτζούντο διαφήμισε μια σειρά από 36 εκτυπώσεις του ιερού βουνού της Ιαπωνίας, του Φούτζι, που περιελάμβαναν μια απόχρωση που μόλις τότε υπήρχε διαθέσιμη στην αγορά του χρώματος: το πρωσικό μπλε.

Το κυανούν του Βερολίνου ή σιδηροκυανιούχος σίδηρος εισήχθη στην Ιαπωνία από Ολλανδούς εμπόρους. Μία από αυτές τις εκτυπώσεις, με τίτλο «Κάτω από το κύμα του Καναγκάουα», που θα γινόταν γνωστή με τον τίτλο «Το μεγάλο κύμα», έμελλε να ταυτιστεί σε όλο τον κόσμο όχι μόνο με τον δημιουργό της, Κατσουσίκα Χοκουσάι, αλλά και με την ίδια την ιαπωνική τέχνη. 

Ακόμη ένα διάσημο απόκτημα του Μετροπόλιταν, «Το μεγάλο κύμα» επέτρεψε στους ειδικούς του Τμήματος Επιστημονικής Ερευνας του μουσείου να μάθουν πολλά για τον τρόπο εργασίας στα περίφημα ιαπωνικά εργαστήρια των μέσων του 19ου αιώνα.

Η σπεκτροσκοπική ανάλυση και η παρατήρηση με μικροσκόπιο τριών διαστάσεων έδειξε, π.χ., ότι οι τεχνίτες τότε ανέμειξαν το εξωτικό, για την εποχή, πρωσικό μπλε με το παραδοσιακό ίντιγκο και τύπωσαν το ένα χρώμα πάνω από το άλλο για να σκουρύνουν το φωτεινό πρωσικό μπλε χωρίς να ελαττώσουν την ένταση της απόχρωσής του.

H μετάβαση από το βαθύ μπλε, που παρήγε η διπλή εκτύπωση, προς το φωτεινό και κορεσμένο πρωσικό μπλε δίνει ζωή στην επιφάνεια του κύματος, προσθέτοντας οπτικό βάθος και κίνηση.

Ο Πικάσο κάτω από τον Πικάσο

Το 1946, όταν η Γερτρούδη Στάιν κληροδότησε το πορτρέτο της στο Μετροπόλιταν, ήταν το πρώτο έργο του Πικάσο που απέκτησε το μουσείο. Ο Ισπανός ζωγράφος το είχε φιλοτεχνήσει 40 χρόνια πριν. Η Στάιν μνημόνευε αργότερα τον ζωγράφο να χρησιμοποιεί «καφέ-γκρι χρώμα, να το ανακατεύει με περισσότερο καφέ-γκρι και να ξεκινά να ζωγραφίζει».

Οταν πια είχε ποζάρει μερικές φορές, φίλοι και συγγενείς πήγαν στο εργαστήριο του Πικάσο να δουν το έργο. Λέγεται ότι ενθουσιάστηκαν τόσο με την πρώτη εκδοχή του, ώστε τον ικέτευσαν να το αφήσει όπως ήταν. Εκείνος αρνήθηκε. Κανείς δεν γνωρίζει πώς ήταν ακριβώς το έργο. Oι συντηρητές του Μετροπόλιταν προσπάθησαν να επαληθεύσουν τις ιστορίες και να δουν πώς ήταν το σχέδιο κάτω από το πορτρέτο. Καθώς ο Πικάσο έσβηνε ό,τι δεν του άρεσε καθώς πόζαρε το μοντέλο, μόνο ίχνη έχουν απομείνει. Ωστόσο, η σύγχρονη τεχνολογία στάθηκε δυνατό να δείξει περισσότερα: όχι μόνο κάτι από τα χρώματα που χρησιμοποίησε στα πρώτα σχέδια, αλλά ακόμη και την ένταση και την ταχύτητα με την οποία ζωγράφιζε. 

Προστατεύοντας το Στέμμα των Ανδεων

Εξαιρετικό δείγμα της τέχνης στα αποικιακά ισπανοαμερικανικά εργαστήρια, είναι φιλοτεχνημένο από χρυσό και διακοσμημένο με 400 σμαράγδια. Το μεγαλύτερο από αυτά ζυγίζει 24 καράτια και είναι γνωστό ως το σμαράγδι του Αταουάλπα.

Το Στέμμα της Παρθένου της Αμωμης Σύλληψης κατασκευάστηκε γύρω στα 1660 στην Κολομβία, αλλά δεν έπαψε να εμπλουτίζεται πολλά χρόνια μετά.

Προοριζόταν να στολίσει ένα άγαλμα της Παρθένου που περιφερό-ταν στις σημαντικές γιορτές, αποφασίστηκε το 1914 από τον Πάπα Πίο τον Ι΄ να πωληθεί και το 1936 βρέθηκε στις ΗΠΑ.

Τότε άρχισε η ταλαιπωρία του.

Το Στέμμα των Ανδεων, όπως έγινε διάσημο, εκτέθηκε με διάφορες αφορμές μέχρι και στην General Motors και στο Macy’s στο Μανχάταν. Μέχρι και σε περιοδεία υποβλήθηκε ως «το ακριβότερο αντικείμενο του κόσμου».

Οταν, το 2013, κατέληξε στο Μετροπόλιταν, οι καμάρες του ήταν έτοιμες να καταρρεύσουν.

Τότε κατασκευάστηκε ένα διακριτικό στήριγμα, προκειμένου να τις συγκρατεί στη θέση τους.

Στη συνέχεια, οι συντηρητές βοήθησαν ώστε να ανακτήσει τη λαμπρότητα και τη σταθερότητα που θα του επιτρέψει να επιβιώσει για τις επόμενες γενιές.

Το άγαλμα της φαραώ Χατσεψούτ

Μετά τον θάνατο της Χατσεψούτ, της πιο επιτυχημένης γυναίκας φαραώ της αρχαίας Αιγύπτου, ο διάδοχός της κατέστρεψε όλα τα αγάλματά της για να σβήσει την ανάμνησή της.

Ωστόσο, διασώθηκαν πολλά κομμάτια και στο τέλος της δεκαετίας του ’20 το Μετροπόλιταν απέκτησε βασικά μέρη ενός γλυπτού που φιλοτεχνήθηκε μεταξύ 1479 και 1458 π.Χ. για το τέμπλο της φαραώ.

Το 1929, το αμερικανικό μουσείο έκανε μια ανταλλαγή με το Αιγυπτιακό Μουσείο του Βερολίνου, που κατείχε από το 1845 το κάτω μέρος του αγάλματος.

Ετσι, συγκέντρωσε όλα εκείνα τα κομμάτια, που μετά τρεις αποκαταστάσεις και συντηρήσεις σε διαφορετικές εποχές επέτρεψαν ώστε το άγαλμα να φαίνεται πλέον ολοκληρωμένο.

Σήμερα, δύσκολα μπορεί κάποιος να φανταστεί ότι κατασκευάστηκε από διασκορπισμένα κομμάτια που συγκεντρώθηκαν από διαφο-ρετικά μουσεία.

«Σκελετός» που φοριέται

Ενα έκθεμα το οποίο μέχρι πριν από μερικά χρόνια κανείς δεν φανταζόταν ότι θα υπήρχε. To σχεδίασε το 2011 η Ολλανδή σχεδιάστρια Ιρις βαν Χέρπεν: ένα φόρεμα στράπλες που αγκαλιάζει το σώμα, κατασκευασμένο από νάιλον σε εκτυπωτή τριών διαστάσεων σε ελεγχόμενο περιβάλλον γεμάτο με αέριο άζωτο. Το Μετ το απέκτησε το 2015. Προορισμένος, αντίθετα από τα περισσότερα εκθέματα, να έχει σύντομη ζωή, ο «Σκελετός», όταν παρελήφθη από το μουσείο είχε ήδη σημάδια φθοράς και παραδόθηκε αμέσως στους συντηρητές. Η Βαν Χέρπεν καθόλου δεν πτοήθηκε· όπως είπε, το έργο επιβεβαιώνει ότι «η σύντομη ζωή της μόδας είναι εδώ».


kathimerini.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here