Ενημέρωση τριμηνιαίων εθνικών λογαριασμών (μέρος 3ο)

0

Σ​​το παρόν σημείωμα προς συζήτηση εξετάζουμε τους εθνικούς λογαριασμούς από την πλευρά του εισοδήματος. Τίθεται το ερώτημα: μετά την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών και τη δημιουργία προστιθέμενης αξίας, ποιος ανταμείβεται για όλη αυτή τη δουλειά; Πώς κατανέμεται ως εισόδημα η προστιθέμενη αξία; Ας το εξετάσουμε.

Σε κάθε οικονομία υπάρχουν δύο βασικοί τομείς, ο ιδιωτικός και ο δημόσιος. Μιλώντας γενικά, ο ιδιωτικός τομέας παράγει και ο δημόσιος ασκεί διοίκηση και επιβάλλει το κανονιστικό πλαίσιο. Ο ιδιωτικός τομέας υπερασπίζεται τα συμφέροντα ιδιωτών και ο δημόσιος τομέας πρέπει να υπερασπιστεί το κοινό συμφέρον ή το κοινό καλό, όπως ονομάζεται συχνά. Ορισμένες φορές ο δημόσιος τομέας χάνει τον δρόμο του και υπερασπίζεται επίσης συγκεκριμένα ιδιωτικά συμφέροντα – πρόκειται για επιλογή που οδηγεί στη δυστυχία και φτάνει μέχρι το πρόβλημα μια κανονιστική αρχή να ελέγχεται από βιομηχανίες ή ιδιωτικά συμφέροντα που υποτίθεται πως πρέπει να εποπτεύει. Καλά θα έκαναν οι ψηφοφόροι να ελέγχουν κάθε στιγμή πολύ αυστηρά ποιου τα συμφέροντα εκπροσωπεί το πολιτικό σύστημα– θα έπρεπε πάντοτε να εκπροσωπεί το δημόσιο συμφέρον.

Ας υποθέσουμε, όμως, πως στην αρμονική μας χώρα ο ιδιωτικός τομέας παράγει και ο δημόσιος τομέας ασκεί διοίκηση και επιβάλλει το κανονιστικό πλαίσιο. Και οι δύο έχουν ανάγκη από χρήματα για να επιτελέσουν την αποστολή τους και ως ανταμοιβή της προσπάθειας που καταβάλλουν. Από πού προέρχονται αυτά τα χρήματα; Είναι το αντίστοιχο της παραγωγής – η συνδυασμένη προστιθέμενη αξία που παράγεται από τον ιδιωτικό τομέα. Η κυβέρνηση λαμβάνει επίσης ένα μικρό μέρος αυτής της προστιθέμενης αξίας. Πράγμα που είναι δικαιολογημένο υπό την έννοια ότι η καλή διοίκηση και το καλό κανονιστικό πλαίσιο καθιστούν στην ουσία πιο παραγωγικό τον ιδιωτικό τομέα. Ενας καλός δημόσιος τομέας ενισχύει έμμεσα την παραγωγικότητα, για παράδειγμα αντιμετωπίζοντας προβλήματα ή παρέχοντας υπηρεσίες και αγαθά των οποίων το κοινωνικό κόστος ή ωφέλεια δεν είναι εύκολο να καθοριστούν με ακρίβεια (όπως η αντιμετώπιση μόλυνσης του περιβάλλοντος), διατηρώντας την ειρήνη, αποδίδοντας δικαιοσύνη κ.τ.λ. Ενας κακός δημόσιος τομέας κάνει τα αντίθετα.

Ο ιδιωτικός τομέας έχει με τη σειρά του δύο βασικούς παράγοντες που εμπλέκονται στην παραγωγική διαδικασία: τους εργαζόμενους και τους επενδυτές. Οι εργαζόμενοι παρέχουν εργασία και οι εταιρείες δεν θα ήταν σε θέση να λειτουργήσουν χωρίς αυτή την παρεχόμενη εργασία. Οι επενδυτές παρέχουν κεφάλαια. Υπάρχουν υβρίδια αυτού του μοντέλου, όπου οι εργαζόμενοι ενδέχεται να είναι ιδιοκτήτες εργοστασίων αναλαμβάνοντας και τον ρόλο του επενδυτή, αλλά ο βασικός διαχωρισμός εξακολουθεί να ισχύει. Η αμοιβή για την παροχή εργασίας αποκαλείται «αμοιβή εξαρτημένης εργασίας» και στους εθνικούς λογαριασμούς καταγράφεται η αμοιβή που λαμβάνουν οι εργαζόμενοι, ο παράγοντας της εργασίας (L). Η αμοιβή των επενδυτών αποκαλείται κέρδος ή «λειτουργικό πλεόνασμα», το οποίο με τη σειρά του μπορεί να περιγραφεί ως απόδοση του παράγοντα κεφάλαιο (K). Το λειτουργικό πλεόνασμα είναι αυτό που απομένει όταν έχει πληρωθεί η εργασία και όλα τα άλλα έξοδα που γίνονται για την παραγωγή αγαθών ή υπηρεσιών.

Οχι ακριβώς, όμως, διότι στη συνέχεια εμφανίζεται η κυβέρνηση και παίρνει (φορολογεί) ένα μικρό μερίδιο της προστιθέμενης αξίας. Αυτό προέρχεται από την προστιθέμενη αξία που σε διαφορετική περίπτωση θα είχε κατανεμηθεί ως μερίδιο της εργασίας και του κεφαλαίου στο εθνικό εισόδημα. Επειδή η κυβέρνηση διαδραματίζει έμμεσο ρόλο προάγοντας την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών, αποκαλούμε το εισόδημα που αποκομίζει από αυτή τη δραστηριότητα «έμμεσους φόρους μείον επιδοτήσεις» (οι επιδοτήσεις αποτελούν έμμεσο εισόδημα το οποίο κατανέμει ορισμένες φορές η κυβέρνηση στους παράγοντες της εργασίας και του κεφαλαίου). Ως «άμεσοι φόροι» προσδιορίζεται το εισόδημα που λαμβάνει η κυβέρνηση άμεσα από αμοιβές, μισθούς (δηλαδή αμοιβή εξαρτημένης εργασίας) και από εταιρείες (δηλαδή λειτουργικό πλεόνασμα). Το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας είναι η ανακατανομή της προστιθέμενης αξίας αφότου έχει ήδη κατανεμηθεί αρχικά μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου. Προκειμένου να διαπιστωθεί ποιος λαμβάνει το μετά την ανακατανομή που κάνει η κυβέρνηση πρέπει να εξεταστεί η «δευτερογενής κατανομή εισοδήματος». Φυσικά το ζήτημα είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον, διότι θίγει επιπλέον το θέμα της εξουσίας που έχει το πολιτικό σύστημα να κατανείμει τους καρπούς της εφευρετικότητας και της ανταγωνιστικότητας της χώρας σε όλες τις οικογένειες και σε όλες τις εταιρείες. Η δύναμη του πορτοφολιού είναι αυτή που ορισμένες φορές γοητεύει τους πολιτικούς περισσότερο από το ίδιο το δημόσιο συμφέρον.

Το παρόν σημείωμα πραγματεύεται την αρχική κατανομή της προστιθέμενης αξίας. Στο Γράφημα 1 αποτυπώνονται τα στοιχεία από το πρώτο τρίμηνο του 1995 μέχρι το τρίτο τρίμηνο του 2018 όπως παρουσιάζονται από την ΕΛΣΤΑΤ στους εθνικούς λογαριασμούς. Και πάλι συγκρίνω τα στοιχεία για την Ελλάδα με τα στοιχεία από την Ευρωζώνη (στοιχεία από την Eurostat) ώστε να διαπιστωθεί η συγκριτική θέση της Ελλάδας. Ορισμένες παρατηρήσεις:

• Η αμοιβή της εξαρτημένης εργασίας είναι στην Ελλάδα πολύ χαμηλότερη απ’ ό,τι στην Ευρωζώνη και το λειτουργικό πλεόνασμα είναι στην Ελλάδα πολύ υψηλότερο απ’ ό,τι στην Ευρωζώνη.

• Ενδέχεται να υπάρχουν καλές και κακές αιτίες γι’ αυτό, αλλά συχνά εντοπίζεται ένα πρόβλημα στην περίπτωση της Ελλάδας: πολλοί άνθρωποι καταγράφονται ως «ελεύθεροι επαγγελματίες» και το εισόδημά τους θεωρείται λειτουργικό πλεόνασμα αν και στις περισσότερες χώρες ένα μεγάλο μέρος του εισοδήματός τους θα καταγραφόταν ως αμοιβή εξαρτημένης εργασίας. Συνεπώς, υπάρχει πρόβλημα με τα ίδια τα στατιστικά στοιχεία επειδή μέρος του «λειτουργικού πλεονάσματος είναι στην πραγματικότητα εισόδημα από εργασία και όχι εισόδημα από κεφάλαιο.

• Πολύ σταδιακά, η Ελλάδα τείνει να γίνει σαν τη μέση χώρα της Ευρωζώνης. Η αμοιβή της εξαρτημένης εργασίας αυξάνεται με αργό ρυθμό τείνοντας προς τον μέσον όρο της Ευρωζώνης, αν και η τάση ανακόπηκε (προσωρινά;) από την κρίση. Το λειτουργικό πλεόνασμα μειώνεται σταδιακά τείνοντας προς τον μέσον όρο της Ευρωζώνης, αν και η τάση ανακόπηκε (προσωρινά;) από την κρίση.




Θα βοηθούσε πολύ αν παγκόσμιοι οργανισμοί που διαθέτουν εντυπωσιακή τεχνογνωσία, περιλαμβανομένων των Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ΔΝΤ, ΟΟΣΑ και άλλων, ελέγχουν τη γενική εικόνα ώστε να εξηγήσουν τι συμβαίνει με την οικονομία και κατά πόσον αποτελεί οτιδήποτε από αυτά «βέλτιστη» πολιτική. Οχι, η Ελλάδα δεν έχει ανάγκη από περισσότερο χρέος. Αλλά ναι, η Ελλάδα έχει ανάγκη από ανοιχτή και εμπεριστατωμένη τεχνική ανάλυση και συμβουλές.

• Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια αυτό που ξεχωρίζει είναι το μερίδιο που αποσπάει η κυβέρνηση από την προστιθέμενη αξία. Από το 2015 και μετά το μερίδιο των έμμεσων φόρων μείον τις επιδοτήσεις έχει αυξηθεί κατά 3,5 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ και είναι πλέον πολύ υψηλότερο από τον μέσον όρο της Ευρωζώνης. Πρόκειται για αξιοσημείωτη εξέλιξη και δεδομένου πως εσχάτως η αμοιβή της εξαρτημένης εργασίας είναι σχετικά στάσιμη, το εισόδημα που αποσπάται από την προστιθέμενη αξία προέρχεται από το λειτουργικό πλεόνασμα (το οποίο είχε αυξηθεί κατά τη διάρκεια της κρίσης πριν από το 2015).

Δεν θα ήθελα να σπεύσω να εξαγάγω συμπεράσματα. Το θέμα είναι να αποτυπώσουμε πρώτα την πραγματικότητα στον βαθμό που είναι εφικτό. Στη συνέχεια πρέπει να εξακριβώσουμε τι είναι αυτό που διαμορφώνει την πραγματικότητα προτού εξάγουμε συμπεράσματα. Φυσικά είναι η κυβέρνηση αυτή που πρέπει να δώσει εξηγήσεις, μέσω διαλόγου με τους πολίτες, διότι πρόκειται για κυβερνητικές αποφάσεις και πολιτική συμπεριφορά. Ωστόσο, δεν μπορώ να μην κάνω ορισμένες υποθετικές ερωτήσεις:

• Οφείλεται η πρόσφατη δημοσιονομική βελτίωση στη μεγάλη αύξηση της έμμεσης φορολογίας, όπως υποδηλώνεται από τα στοιχεία;

• Λέει η κυβερνητική πολιτική: «Στο παρελθόν ζούσαμε πάνω από τις δυνατότητές μας και είχαμε δανειστεί υπερβολικά πολύ ώστε να διατηρήσουμε το επίπεδο της κατανάλωσης. Τώρα πρέπει να φορολογήσουμε το επίπεδο κατανάλωσης ώστε να αποπληρώσουμε τα χρέη και να επιστρέψει η χώρα σε περισσότερο βιώσιμο δρόμο;».

• Είναι η μεγάλη αύξηση της έμμεσης φορολογίας βιώσιμη από κοινωνικο-οικονομική άποψη;

• Στο προηγούμενο σημείωμα προς συζήτηση είχαμε διαπιστώσει ότι η κατανάλωση είναι στην Ελλάδα πολύ υψηλότερη σε σύγκριση με τον μέσον όρο της Ευρωζώνης και η αποταμίευση δεν αρκεί για να υποστηρίξει ισχυρές εγχώριες επενδύσεις. Συνεπώς, αποτελεί αυτή η έμμεση φορολογία βαρίδι στην κατανάλωση και τρόπο ενίσχυσης της αποταμίευσης της κυβέρνησης που είναι δικαιολογημένη ώστε να βελτιωθούν τα δημόσια οικονομικά της χώρας;

• Δεδομένου, όμως, πως τα φτωχότερα νοικοκυριά δαπανούν μεγαλύτερο μερίδιο του εισοδήματός τους στην κατανάλωση, επηρεάζονται πιο αρνητικά από την άνοδο της έμμεσης φορολογίας; Είναι οι πλουσιότεροι Ελληνες, οι οποίοι ευνοήθηκαν περισσότερο από τους υπόλοιπους από την αύξηση του δανεισμού, αυτοί που σηκώνουν και το μεγαλύτερο βάρος ώστε να αποπληρωθεί το χρέος;

Δεν γνωρίζω τις λεπτομερείς απαντήσεις σε αυτές τις ερωτήσεις, ωστόσο αυτές οι πτυχές αξίζει να διερευνηθούν και να συζητηθούν. Θα επαναλάβω πως είναι η κυβέρνηση αυτή που πρέπει να απαντήσει αυτές τις ερωτήσεις επειδή είναι η κυβέρνηση αυτή που ελέγχει τη διαδικασία. Θα βοηθούσε πολύ αν παγκόσμιοι οργανισμοί που διαθέτουν εντυπωσιακή τεχνογνωσία, περιλαμβανομένων των Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ΔΝΤ, ΟΟΣΑ και άλλων, ελέγχουν τη γενική εικόνα ώστε να εξηγήσουν τι συμβαίνει με την οικονομία και κατά πόσον αποτελεί οτιδήποτε από αυτά «βέλτιστη» πολιτική. Οχι, η Ελλάδα δεν έχει ανάγκη από περισσότερο χρέος. Αλλά ναι, η Ελλάδα έχει ανάγκη από ανοιχτή και εμπεριστατωμένη τεχνική ανάλυση και συμβουλές. Δεν θα πρέπει να υπάρχουν μυστικά και δεν θα πρέπει να βαλτώνουμε σε «εμπιστευτικές» διαπραγματεύσεις. Στο τέλος, η Ελλάδα πρέπει να πάρει τις αποφάσεις της και συνεπώς η κοινή γνώμη πρέπει να γνωρίζει, και έχει το δικαίωμα να γνωρίζει, τι συμβαίνει. Τα στοιχεία των εθνικών λογαριασμών προκαλούν σειρά ερωτήσεων τις οποίες πρέπει να απαντήσει η κυβέρνηση.

* Ο αρθρογράφος είναι ανεξάρτητος οικονομολόγος.


kathimerini.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here