Η τέχνη του Μπετόβεν στα δάχτυλά της

0

H Μιτσούκο Ουτσίντα ηχογραφεί τις«Παραλλαγές Ντιαμπέλι».

Mitsuko Uchida
Diabelli Variations
Decca

Το 1819, ο Αντον Ντιαμπέλι, εκδότης και ερασιτέχνης συνθέτης, ζήτησε από πενήντα μουσουργούς της Βιέννης να τροποποιήσουν ένα δικό του βαλς και να του στείλουν τις παρτιτούρες των παραλλαγών τους. Σκόπευε να τις εκδώσει σε ένα τόμο, τα έσοδα του οποίου θα δίνονταν στις χήρες και στα ορφανά των Ναπολεόντειων Πολέμων. Η συνθετική πρακτική των παραλλαγών δεν ήταν ασυνήθιστη, όμως ο Μπετόβεν θεώρησε το συγκεκριμένο εγχείρημα ανάξιο λόγου και δέχτηκε μόνο όταν έμαθε ότι προβλεπόταν αδρά αμοιβή. Μάλιστα έγραψε όχι μία παραλλαγή, αλλά τριάντα τρεις.

Σύμφωνα με άλλη, πιθανότερη εκδοχή, ο Μπετόβεν δέχτηκε από δημιουργικό ενδιαφέρον. Ο υπερβάλλων ζήλος του οφειλόταν στην επιθυμία του να ξεπεράσει τις δικές του «32 παραλλαγές σε ντο ελάσσονα» ή τις ισάριθμες «Παραλλαγές Γκόλντμπεργκ» του Μπαχ. Σε κάθε περίπτωση, οι τροποποιήσεις του σε εκείνο το βαλς θα έμεναν γνωστές σαν οι «Παραλλαγές Ντιαμπέλι», που σύμφωνα με τον συνθέτη Χανς φον Μπίλοου ήταν ένας «μικρόκοσμος της τέχνης του Μπετόβεν» ή, όπως θα το έθετε ο πιανίστας Αλφρεντ Μπρέντελ, «το σπουδαιότερο από όλα τα πιανιστικά έργα».

Δεκαετίες αργότερα, το 1960, και αφού ο πατέρας της είχε διοριστεί πρέσβης της Ιαπωνίας στην Αυστρία, θα ερχόταν στη Βιέννη η δωδεκάχρονη Μιτσούκο Ουτσίντα. Γνωρίζοντας ήδη πιάνο, γράφτηκε στη μουσική ακαδημία της αυστριακής πρωτεύουσας και όταν η θητεία του πατέρα της έληξε, αποφάσισε να μην τον ακολουθήσει. Είχε δώσει ήδη το πρώτο της ρεσιτάλ, σε ηλικία 14 ετών, ενώ κατόπιν θα ξεχώριζε και ως ιδανική ερμηνεύτρια των έργων του Μότσαρτ. Τελικά, θα έφτανε να διακριθεί για τις κορυφαίες επιδόσεις της σε πιανιστικές συνθέσεις όχι μόνο του Μότσαρτ, αλλά και του Μπαχ, του Σούμπερτ και του Μπετόβεν, τους οποίους θα χαρακτήριζε ως τους «τέσσερις αγίους». Στις 24 Μαΐου η Ουτσίντα θα δώσει στο Μέγαρο Μουσικής ένα ρεσιτάλ με έργα Μότσαρτ, Σούμαν και Κούρταγκ. Στο μεταξύ, το κοινό της, εγχώριο ή διεθνές, ας έχει και κάτι άλλο στα υπ’ όψιν: την ηχογράφηση των «Παραλλαγών Ντιαμπέλι» που η Ουτσίντα κυκλοφόρησε πρόσφατα, επιβεβαιώνοντας ότι το έργο, εκτός από τεχνικά και εκφραστικά απαιτητικό, αποτελεί κι έναν «μικρόκοσμο» όλων των πτυχών της μουσικής του Μπετόβεν: του βάθους, αλλά και της ζωηράδας της· της δύναμης αλλά και της λεπτότητάς της· του περιπετειώδους, αλλά και του ανάλαφρου χαρακτήρα της.

Η Ουτσίντα κυριολεκτικά τα παίζει στα δάχτυλα κάτι τέτοια, χωρίς οι εναλλαγές έντασης και διάθεσης του Γερμανού να ακούγονται από εκείνη σαν γυμναστικές επιδείξεις στο πιάνο. Από την παρουσίαση του θέματος μέχρι το τελευταίο μινουέτο, η Ουτσίντα ισορροπεί ανάμεσα στο σοβαρό και το εύθυμο στοιχείο, με οδηγό το δικό της απέριττο αλλά και ευέλικτο στυλ. Οπως εξάλλου έλεγε πρόσφατα η ίδια, «είναι ένα έργο τόσο περίπλοκο, τόσο έντονο, ξεχωριστό και μοναδικό, που πάντοτε ήθελα, όχι μόνο να το παίζω ζωντανά, αλλά και να το ηχογραφήσω. Επιτέλους το έκανα».

B-side

Το μεγαλύτερο γλυπτό του, το οποίο απεικονίζει ένα βαγόνι φορτηγού τρένου, αποκάλυψε προ ημερών ο Μπομπ Ντίλαν. Κατασκευασμένο από επτά τόνους σιδήρου, υλικό που ο Ντίλαν προτιμά για τις πέραν της μουσικής καλλιτεχνικές δραστηριότητές του, το «Rail Car», όπως είναι ο τίτλος του έργου, είναι εγκατεστημένο σε έναν αμπελώνα της νοτιοανατολικής Γαλλίας και σύμφωνα με τον δημιουργό του «αντιπροσωπεύει ταυτόχρονα την αντίληψη και την πραγματικότητα».

Η τέχνη του Μπετόβεν στα δάχτυλά της-1

πηγη

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ