Eνα εικοσιτετράωρο με την ηθοποιό Ελένη Στεργίου

0

«Φθάνω στο θέατρο για την πρόβα. Αγωνία, νοιάξιμο, προετοιμασία. Ολα να γίνουν όπως πρέπει. Κάποιος θα με κοιτάξει και θα μου πει “όλα θα πάνε καλά”. Και αναπνέω…», λέει η Ελένη Στεργίου. Φωτ. ALEX KAT

07.00

Ξύπνησα νωρίς. Το πρώτο πράγμα που κάνω είναι να φτιάξω ένα καλό πρωινό κι έναν φυσικό χυμό πορτοκάλι. Να δω τα μέιλ μου, να πληρώσω τους λογαριασμούς μου, να συμμαζέψω το σπίτι μου να είναι καθαρό. Να ξεκινήσει η μέρα μου με όσο το δυνατόν λιγότερες εκκρεμότητες. Στο μυαλό μου στριφογυρίζουν τα λόγια της τελευταίας σκηνής του έργου. Τα λόγια Ενός Ανθρώπου. Κι έτσι το ξεκίνημα της μέρας μου ταυτίζεται με το τέλος της παράστασης στην οποία παίζω. Το κείμενο λέει, όχι εγώ (Σκηνή 27 / Η Αυτοεξαπάτηση): «Οσοι γνωρίζουν μας συμβουλεύουν: πρέπει κανείς να αρχίζει πάντα από την αρχή. Αρχίζω σημαίνει θέτω ερωτήματα. Πώς είμαι βέβαιος κάθε φορά αν έχω θέσει το σωστό πρώτο ερώτημα; Από πού είναι καλύτερα ν’ αρχίσω; Θ’ αρχίσω από εμένα».

08.00

Διαβάζω για την πρόβα. Περνάω όλο το έργο στο μυαλό μου και σημειώνω πού είμαι και τι κάνω σε κάθε στιγμή της παράστασης. Διαβάζω τα λόγια μου, λέω τα λόγια μου, φαντάζομαι μέσα στα λόγια μου, με συγκινούν κάποια λόγια και –ω, τι τρομερό– δεν είναι τα δικά μου. Τα έγραψε κάποιος άλλος κι εγώ «πρέπει» να τα κάνω δικά μου. Και μετά να τα «ξεχάσω».

09.00

Η Γκόλφω. Η τσοπάνα. Η σκύλα μου. Η άσπρη. Η κουκλάρα και διεκδικητική. Το εδώ και τώρα. Μου γαβγίζει, θέλει να βγει βόλτα και να φάει. Σχεδόν μου μιλάει. Αν δεν το κάνω τη στιγμή που το θέλει, δεν θα με αφήσει σε ησυχία. Παίρνω το λουρί και βγαίνουμε. Αυτό το σκυλί μού έχει μάθει τι θα πει διεκδικώ, παίρνω αυτό που θέλω τη στιγμή που το θέλω.

09.20

Επιστρέφουμε στο σπίτι, της βάζω νερό και τροφή και φεύγω τρέχοντας. Πριν βγω απ’ την πόρτα, η Γκόλφω κάνει έναν ήχο που για εμένα σημαίνει μη φεύγεις ή μην αργήσεις, θέλω να είμαστε μαζί. Με πιάνουν οι ενοχές μου και ξαναμπαίνω στο σπίτι, τη χαϊδεύω και εξαγοράζω την απουσία μου με μερικές λιχουδιές.

09.30

Η γιαγιά μου μένει απέναντί μου. Θα περάσω από εκεί για ένα φιλάκι και μια αγκαλιά πριν βγω στον κόσμο.

10.00

Φθάνω στο θέατρο για την πρόβα. Αγωνία, νοιάξιμο, προετοιμασία. Ολα να γίνουν όπως πρέπει. Κάποιος θα με κοιτάξει και θα μου πει «όλα θα πάνε καλά». Και αναπνέω. Σκηνή 27 και πάλι: «…μια στιγμιαία άρση του αδύνατου, μια εξαιρετική κι αιφνίδια διακοπή, μια απολύτως μοναδική τομή στο συνεχές του κόσμου: η συνάντησή μας…» Η Μυρτώ Παπά, ο Γιάννης Μαστρογιάννης, ο Ιλυα Αλγκαερ, ο Χρήστος Παπαδόπουλος, ο Σταύρος Ζαφείρης, ο Λευτέρης Βενιάδης, η Ηρώ Κόντη, η Βίβιαν Κραββαρίτη και ο Κωνσταντίνος Μάρκελλος. Τύχη, ευγνωμοσύνη, ευχαριστώ, αγάπη.

13.00

Διάλειμμα. Θα πιω τον πρώτο καφέ της μέρας και θα καπνίσω το πρώτο τσιγάρο. Είναι μια απόλαυση αυτή. Την έχω προγραμματίσει. Δεν πίνω καφέ το πρωί στο σπίτι μου, ούτε καπνίζω. Για να έρθει αυτή η στιγμή. Είναι ένας τρόπος να χαίρομαι με τις «κακές μου συνήθειες». Τις ελαττώνω, μα δεν τις κόβω. Δεν θέλω να κόψω ό,τι μου αρέσει, αλλά αν θελήσω το μπορώ. Με εξαπατώ.

«Διαβάζω τα λόγια μου, λέω τα λόγια μου, με συγκινούν κάποια λόγια και –ω, τι τρομερό– δεν είναι τα δικά μου. Τα έγραψε κάποιος άλλος κι εγώ “πρέπει” να τα κάνω δικά μου».

13.30

Ξαναμπαίνω στην πρόβα.

16.00

Αποσυμπίεση. Στο «Φιλότιμο», το καφέ δίπλα από το θέατρο. Ενα σφηνάκι Jameson. Μεσημεριάτικα; Μεσημεριάτικα!

18.00

Γυρίζω στο σπίτι μου. Πάλι η Γκόλφω, ο ήχος, η ανάγκη, η βόλτα, η φροντίδα, τα χάδια, η αποσυμπίεση, η αγάπη. Πάλι το λουρί, η βόλτα, αυτή τη φορά μεγαλύτερη. Γρήγορο περπάτημα. Λέω πάλι τα λόγια μου μέσα στον ρυθμό που μου δίνει το περπάτημα κι ελευθερώνομαι γιατί αναπνέω κι αρχίζει η χαρά. Το γρήγορο περπάτημα θα γίνει τρέξιμο. Ακόμη μεγαλύτερη αναπνοή. Επιτέλους. Ξεχάστηκα. Το άγχος κάνει στην άκρη.

19.00

Επιστρέφουμε στο σπίτι. Υπάρχουν εκκρεμότητες, όμως όλα βρίσκουν τον χρόνο τους και γίνονται στο τέλος. Κι αύριο μέρα είναι.

20.00

Σήμερα ήρθαν οι γονείς μου από τα Ιωάννινα. Εκπληξη. Χτυπάει το θυροτηλέφωνο. «Ελενίτσα, εμείς είμαστε!» Ηρθαν οι γονείς μου. Θα με «ταΐσουν», θα με φροντίσουν, θα με βοηθήσουν, για λίγο θα πάρουν την ευθύνη από πάνω μου και γίνομαι πάλι παιδί. Ανοίγω την πόρτα και με περιμένουν τάπερ με κοτόπιτα, μπατσαριά (γιαννιώτικη πίτα με χόρτα και αλεύρι), γεμιστά, κεφτεδάκια, κοκκινιστό, φρέσκα αυγά, μαρούλια από τον κήπο, τσίπουρα και κρασιά. Μου έφεραν ό,τι είχαν. Παράδεισος. Κανένα φαγητό δεν είναι σαν της μαμάς μου. Κανένα τσίπουρο σαν του μπαμπά μου.

00.00

Ωρα για ύπνο. Ηταν μια ωραία μέρα η σημερινή μου.

Η Ελένη Στεργίου παίζει στην παράσταση «Χορευτική Πανούκλα», που παρουσιάζεται κάθε Δευτέρα, Τετάρτη και Σάββατο στη Σκηνή Ωμέγα του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά, σε κείμενο και σκηνοθεσία του Κωνσταντίνου Μάρκελλου.


πηγη