Η ακρίβεια οφείλεται και στους υψηλούς έμμεσους φόρους, λέει το ΚΕΦίΜ

0

Οι τιμές των τροφίμων ήταν το 2020 7,8% πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, αναφέρει η μελέτη του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών. [SHUTTERSTOCK]

Υψηλοί έμμεσοι φόροι, χαμηλή παραγωγικότητα, χαμηλό κατά κεφαλήν εισόδημα που έχει ως αποτέλεσμα να είναι πιο ακριβά τα αγαθά από τις υπηρεσίες, αλλά και στρεβλώσεις στη λειτουργία της αγοράς αποτελούν σύμφωνα με μελέτη του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦίΜ) Μάρκος Δραγούμης τις βασικές αιτίες για την ακρίβεια στην Ελλάδα.

Οπως επισημαίνεται στη μελέτη, παρότι η Ελλάδα διατηρεί κατά κεφαλήν ΑΕΠ που υπολείπεται του ευρωπαϊκού μέσου όρου (στο 75,9% του ευρωπαϊκού μέσου όρου το 2020 σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat) και ενώ οι τιμές των περισσότερων υπηρεσιών υπολείπονται αντίστοιχα του ευρωπαϊκού μέσου όρου τιμών, με ορισμένες εξαιρέσεις, οι τιμές των αγαθών κινούνται κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Δηλαδή, πολλά αγαθά και κατηγορίες αγαθών «έχουν ευρωπαϊκές τιμές», ενώ την ίδια ώρα το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε όρους ισοδύναμης αγοραστικής δύναμης υπολείπεται σταθερά του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ειδικά μετά την καθοδική προσαρμογή στο πλαίσιο της «εσωτερικής υποτίμησης» των προγραμμάτων προσαρμογής. Καθώς η «ακρίβεια» είναι σχετικό μέγεθος, προκύπτει ότι πολλές κατηγορίες αγαθών στην Ελλάδα πράγματι είναι, αναλογικά, «ακριβές». Μάλιστα, σε σχέση ειδικά με την εξέλιξη του ΑΕΠ φαίνεται ότι τα χρόνια της κρίσης δεν απάλυναν αυτό το φαινόμενο, αλλά αντίθετα και ειδικά σε ορισμένες κατηγορίες αγαθών το ενέτειναν. Οι τιμές των τροφίμων ήταν το 2020 7,8% πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, οι τιμές στην ένδυση περίπου στα ίδια επίπεδα με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ και στα αλκοολούχα ποτά υπολείπονταν μόλις κατά 3,3% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

Ενας από τους λόγους που στα χρόνια της κρίσης οι τιμές δεν έπεσαν ήταν οι διαδοχικές αυξήσεις έμμεσων φόρων, κυρίως ΦΠΑ και ΕΦΚ, στο πλαίσιο των μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής. Ετσι, ενώ κατά την είσοδο της Ελλάδας στο ευρώ ο βασικός συντελεστής ΦΠΑ ήταν από τους χαμηλότερους (18%), πλέον έχει έναν από τους υψηλότερους (24%). Επιπλέον έχει συρρικνωθεί η ομάδα των προϊόντων που ανήκουν στον χαμηλό συντελεστή, καθώς πολλά αγαθά μετατάχθηκαν –ειδικά το 2015– στον βασικό συντελεστή και μάλιστα χωρίς ποτέ τελικά να επιστρέψουν στον χαμηλό συντελεστή ΦΠΑ. Επίσης έγιναν διαδοχικές αυξήσεις στον ειδικό φόρο κατανάλωσης σε αλκοολούχα ποτά και καύσιμα, ενώ επιβλήθηκε ΕΦΚ και στον καφέ.

Ενώ κατά την είσοδο της Ελλάδας στο ευρώ ο βασικός συντελεστής ΦΠΑ ήταν από τους χαμηλότερους (18%), πλέον έχει έναν από τους υψηλότερους (24%).

Ως αιτία για την ακρίβεια αυτή καθαυτή αλλά και για την αίσθηση της ακρίβειας η μελέτη θεωρεί και το γεγονός ότι η αύξηση των εισοδημάτων δεν στηρίχθηκε σε αυξημένη παραγωγικότητα ή/και στην ύπαρξη διεθνώς ανταγωνιστικού κλάδου εμπορεύσιμων αγαθών ή υπηρεσιών. Σε σημαντικό βαθμό η αύξηση των εισοδημάτων και κατ’ επέκταση της ζήτησης στηρίχθηκε σε εισροή κοινοτικών κονδυλίων και δανειακών κεφαλαίων τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα. Σε αυτή την περίπτωση αφενός μεγαλώνει το μερίδιο της κοινωνίας που βλέπει να αυξάνονται το ΑΕΠ και οι τιμές, αλλά όχι το εισόδημά του. Επιπλέον, όταν εκλείψουν τα κοινοτικά κονδύλια και τα δάνεια, οι τιμές μπορεί να παραμένουν υψηλές, αλλά όχι το εισόδημα.

Τέλος, σύμφωνα με τη μελέτη, αν και την τελευταία δεκαετία έγιναν πολλά βήματα και μεταρρυθμίσεις για τη διευκόλυνση του επιχειρείν και τη βελτίωση της λειτουργίας των αγορών, η θέση της Ελλάδας παραμένει χαμηλή σε ό,τι αφορά την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

Η μελέτη αποτελεί μέρος πανευρωπαϊκής έρευνας του δικτύου EPICENTER που μελετάει την ακρίβεια στην Ελλάδα, τη Γερμανία, την Πολωνία, την Ιταλία και τη Ρουμανία και απαντάει στο ερώτημα ποιες φορολογικές και ρυθμιστικές πολιτικές επηρεάζουν τις τιμές αγαθών και υπηρεσιών.


πηγη