Η Ελλάδα και η τουρκική προκλητικότητα

0

Αναμφίβολα, η Τουρκία είναι ένας ιδιαίτερος γείτονας. Η εξωτερική πολιτική της ορίζεται από τον αναθεωρητισμό του νεοοθωμανισμού και της «Γαλάζιας Πατρίδας» και η στρατηγική της από τη λογική της επιτήδειας ουδετερότητας. Απέναντι στην τουρκική απειλή και προκλητικότητα η Ελλάδα καλείται να αντιδράσει μ’ έναν συνδυασμό μέσων και τρόπων.

Το πρώτο και πιο σημαντικό είναι η ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων, ώστε να υπάρχει απάντηση στη μοναδική γλώσσα που η Τουρκία καταλαβαίνει αυτή την περίοδο, τη γλώσσα της στρατιωτικής ισχύος. Γι’ αυτό αποτελεί στοιχείο θετικό η εμβάθυνση της αμυντικής συνεργασίας της Ελλάδας με τη Γαλλία και τις ΗΠΑ. Η απέναντι όχθη θα πρέπει να γνωρίζει ότι τυχόν επιθετική ενέργεια εναντίον της χώρας μας θα λάβει απάντηση που θα έχει τρομερή επίπτωση στην ίδια.

Το δεύτερο είναι η διεθνοποίηση των τουρκικών προκλήσεων και διεκδικήσεων εις βάρος της Ελλάδας. Τόσο διεθνείς οργανισμοί όσο και συμμαχικές δυνάμεις πρέπει να ενημερώνονται για την τουρκική προκλητικότητα εις βάρος μας με τρόπο σαφή και χωρίς καμία χρονική καθυστέρηση.

Τρίτον, η ηγεσία του υπουργείου Εξωτερικών είναι αντιμέτωπη με πολλές προκλήσεις σ’ έναν κόσμο ασταθή και ευμετάβλητο. Στην εποχή μας δεν υπάρχουν διαφορετικοί πόλοι ούτε σύμμαχοι στρατηγικής και μη στρατηγικής σημασίας. Υπάρχει ένα πολυσύνθετο διεθνές σύστημα, στο οποίο η Ελλάδα, για να εξυπηρετήσει τα συμφέροντά της, πρέπει να κινηθεί με προσοχή, σχεδιασμό και ευελιξία. Είναι σημαντικό να ενισχύσει τον περιφερειακό της ρόλο και αυτό μπορεί να το κάνει ασκώντας διάφορες μορφές διπλωματίας, από την πολιτική – οικονομική έως την πολιτιστική. Επιπλέον, η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα, σε συνεργασία με άλλες χώρες της Ε.Ε., να ασκήσει σταθεροποιητική και μεσολαβητική εξωτερική πολιτική, αναλαμβάνοντας πρωτοβουλίες με ειρηνευτικό, ανθρωπιστικό και περιβαλλοντικό περιεχόμενο (διευθέτηση διενέξεων, προστασία χριστιανικών πληθυσμών, αντιμετώπιση της λαθραίας μετανάστευσης και της τρομοκρατίας, προστασία της βιοποικιλότητας στη Μεσόγειο κ.ά.).

Τα πέντε βήματα που πρέπει να ακολουθήσει η Αθήνα απέναντι σε έναν δύστροπο γείτονα.

Τέταρτον, ισχυρή οικονομία σημαίνει κύρος, γόητρο και επιρροή, περιφερειακή και διεθνής. Ξεφεύγοντας οριστικά και αμετάκλητα από τη μέγγενη της οικονομικής κρίσης, η χώρα μας έχει την ευκαιρία να αναπτύξει τους παραγωγικούς της τομείς, την ψηφιακή τεχνολογία και την επιχειρηματικότητα. Η οικονομική ανάταση είναι ο κύριος παράγοντας που θα καταστήσει ξανά την Ελλάδα έναν αξιόπιστο και προνομιακό συνομιλητή των δυτικών δυνάμεων.

Υπάρχει όμως και κάτι ακόμα που πρέπει ιδιαίτερα να προσέξουμε. Οι χαμηλοί τόνοι, η διαρκής αναφορά στο διεθνές δίκαιο και στην ανάγκη του διαλόγου, η περιφρόνηση της τουρκικής ρητορικής δεν λειτουργούν αποτρεπτικά σε σχέση με τον δύστροπο γείτονά μας, αλλά ενισχύουν τον αναθεωρητισμό του. Οταν δεν κοιτάς τον αντίπαλο στα μάτια και δεν απαντάς ευθέως στα ζητήματα που διαρκώς θέτει, η στάση αυτή εκλαμβάνεται ως αδυναμία και τον ωθεί σε νέους λεκτικούς και νοηματικούς λεονταρισμούς. Ομως, έχουμε και εμείς τις δικές μας αιτιάσεις. Η συνθήκη της Λωζάννης αναφέρεται στη διοικητική αυτονομία και «την προστασία προσώπων και περιουσιών του μη μουσουλμανικού πληθυσμού» στα νησιά Ιμβρο και Τένεδο. Με την ανταλλαγή των πληθυσμών εξαιρέθηκε ο Ελληνισμός της Κωνσταντινούπολης. Η Κύπρος παραμένει διχοτομημένη και το βόρειο τμήμα της υπό κατοχή. Η στρατιωτικοποίηση των νήσων του Αιγαίου είναι επιβεβλημένη και, σύμφωνα με τον χάρτη του ΟΗΕ, νόμιμη, επειδή υπάρχει απειλή χρήσης βίας. Είναι εμφανές ότι οι συμφωνίες και το διεθνές δίκαιο δεν παραβιάζονται από την Ελλάδα, αλλά από τον γείτονά μας. Με την Τουρκία επιθυμούμε να συμβιώσουμε ειρηνικά και να συνεργαστούμε προς το συμφέρον των δύο λαών. Ομως, πέρα από την αποφασιστικότητά μας να προασπίσουμε την εδαφική μας κυριαρχία και να αντισταθούμε στις τουρκικές προκλήσεις, χρειάζεται να αντιμετωπίζουμε σθεναρά την αχαλίνωτη επιθετική ρητορική της Αγκυρας, προβάλλοντας τεκμηριωμένα τις δικές μας θέσεις.

* Ο κ. Γιάννης Σακκάς είναι καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίαςστο Τμήμα Μεσογειακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αιγαίου και επόπτης ερευνητικών προγραμμάτων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στις Βρυξέλλες.


πηγη