Επιτυχημένη Ογδοη του Μπρούκνερ από την Κρατική

0

Ο μαέστρος Βασίλης Χριστόπουλος επέλεξε να παρουσιάσει μια μείξη των εκδοχών του 1887 και του 1890. Φωτ. Μαρία Γραμματικού

Μετά την Τέταρτη Συμφωνία του Μπρούκνερ που ακούστηκε στις 4 Φεβρουαρίου, στις 6 Μαΐου ακολούθησε η Ογδοη του ίδιου συνθέτη. Το σχεδόν ογδοντάλεπτο έργο δεν ακούγεται συχνά, καθώς θέτει τεράστιες απαιτήσεις σε ορχήστρα και αρχιμουσικό. Εξίσου αποτελεί πρόκληση για το κοινό αφού προϋποθέτει την εξοικείωση αφενός με μια μουσική γλώσσα την οποία στη χώρα μας υπερασπίζονται ελάχιστοι και αφετέρου με ένα ιδεολογικό εποικοδόμημα που αφορά όσα θεωρείται ότι εκφράζει ο συνθέτης μέσα από τη μουσική του. Ολα τα παραπάνω ευθύνονταν, ενδεχομένως, για την απογοητευτικά άδεια αίθουσα.

Κρίμα, καθώς ήταν μια από τις καλύτερες συναυλίες που έδωσε η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών στην αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης» κατά την τρέχουσα καλλιτεχνική περίοδο. Διηύθυνε ο Βασίλης Χριστόπουλος, ένας από τους Ελληνες αρχιμουσικούς που μπορεί να ανταποκριθεί στο ζητούμενο, όχι μόνο επειδή διαθέτει την απαραίτητη παιδεία του αυστρο-γερμανικού ρομαντισμού, αλλά και επειδή γνωρίζει πώς να επιτύχει το αποτέλεσμα που θέλει από τη συγκεκριμένη ορχήστρα, της οποίας υπήρξε διευθυντής. Φάνηκε στην υποδειγματική πειθαρχία που επέδειξε συνολικά η ορχήστρα, όχι μόνο το διευρυμένο σώμα των χάλκινων πνευστών, τόσο κρίσιμο στο συγκεκριμένο έργο, αλλά κυρίως το σώμα των εγχόρδων, το οποίο υπήρξε απρόσμενα συμπαγές και ακριβές, παρότι εξακολουθεί να υπολείπεται σε ποιότητα ήχου: το ακριβώς επόμενο βράδυ στην ίδια αίθουσα η ορχήστρα «Φιλαρμόνια» του Λονδίνου έδειξε πόσα περιθώρια βελτίωσης υπάρχουν.

Ο Βασίλης Χριστόπουλος διαθέτει την απαραίτητη παιδεία του αυστρο-γερμανικού ρομαντισμού.

Η Ογδοη του Μπρούκνερ υφίσταται σε διάφορες εκδοχές. Στις αναθεωρήσεις του συνθέτη επενέβησαν επίσης μαθητές του, γεγονός που δυσκόλεψε το έργο κατοπινών μελετητών και εκδοτών. Ο Χριστόπουλος επέλεξε να παρουσιάσει μια μείξη των εκδοχών του 1887 και του 1890 με στόχο «τη βέλτιστη δραματουργική υποστήριξη και ανάδειξη της μουσικής δύναμης και εκφραστικότητας αυτής της εμβληματικής δημιουργίας».

Ο αρχιμουσικός εστίασε κατ’ αρχάς στην ανάδειξη των καθαρά μουσικών αρετών του έργου. Διηύθυνε, όπως πάντα, με μεγάλη καθαρότητα, αρθρώνοντας τα μουσικά θέματα με σαφήνεια και αποκαλύπτοντας ξεκάθαρα το μουσικό οικοδόμημα του Μπρούκνερ. Η αντιδιαστολή ανάμεσα στις εκκωφαντικές εκρήξεις της μουσικής και τις εξίσου «εκκωφαντικές» σιωπές είναι διαρκείς και δόθηκαν με εντυπωσιακή ποιότητα από την ορχήστρα. Στην καρδιά του έργου βρίσκεται το αργό τρίτο μέρος. Είναι ίσως και αυτό το οποίο προσφέρει περισσότερες δυνατότητες έκφρασης. Ο Χριστόπουλος αξιοποίησε τα δύο λυρικά θέματα και έχτισε σταδιακά την τρομακτική κλιμάκωση. Ανέδειξε με σαφήνεια την επιδιωκόμενη (από τον συνθέτη) αντίθεση του πλήρους με το κενό, της δράσης με τη σιωπή, χαρακτηριστικά στα οποία αρκετοί διαβάζουν μεταφυσικές ανησυχίες. Θριαμβικά και μεγαλόπρεπα αποδόθηκε το ξεκίνημα του τελευταίου μέρους, αντάξιο της συνάντησης τριών αυτοκρατόρων στην οποία αναφέρεται ο Μπρούκνερ. Συγκινητικό ήχησε το τρυφερό τραγούδι των ξύλινων πνευστών και των εγχόρδων, πριν από το σύνθετο τέλος και την αναμενόμενα μεγαλειώδη κατάληξη. Δίκαιος ο ενθουσιασμός του ακροατηρίου στο τέλος της βραδιάς.


πηγη