Τι σημαίνει πρόοδος σήμερα;

0

Η έννοια της προόδου είναι βαθιά ριζωμένη μέσα στο πολιτικό λεξιλόγιο και το συλλογικό φαντασιακό της νεωτερικότητας. Ας μην ξεχνάμε ότι η ίδια η έννοια της νεωτερικότητας ορίστηκε «προγραμματικά» ως μια ιστορική πορεία προς τα εμπρός σε σύγκρουση με οτιδήποτε θα μπορούσε να θεωρηθεί «οπισθοδρομικό».

Άλλωστε, ήταν κυρίως η Γαλλική Επανάσταση εκείνη που με αλαζονεία σχεδόν θα υποστηρίξει ότι ορίζει μια ιστορική τομή, ένα πριν και ένα μετά, καλώντας τον καθένα να πάρει θέση ως προς αυτή την τομή και την κατεύθυνση που έδινε στην ιστορία.

Ανάμεσα στη Γαλλική Επανάσταση και τη Ρωσική Επανάσταση, με αντιφατική ενδιάμεση στιγμή τη βιομηχανική (και επιστημονική) επανάσταση η έννοια της προόδου άρχισε να αποκτά τις ιστορικές και συχνά αντιφατικές φορτίσεις που ακόμη και σήμερα την ακολουθούν. Στον ένα πόλο μια αντίληψη της προόδου ως εκσυγχρονισμού, ως συνεχούς εξέλιξης και προσαρμογής των κοινωνιών σε συνθήκες πιο σύνθετες που σφραγίζονται από την τεχνολογική και την τεχνική εξέλιξη. Στον άλλο πόλο μια σύνδεση της προόδου με την πάλη για κοινωνική χειραφέτηση ακόμη και εάν αυτό σήμαινε και σύγκρουση με την αντίληψη του καπιταλιστικού εκσυγχρονισμού ως προόδου.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στην ιστορική σοσιαλδημοκρατία φάνηκε να μπορούν κάπως να συναρθρώνονται τα δύο αυτά ερωτήματα, με την έννοια της δυνατότητας να συναρθρωθεί μια κεϋνσιανά ρυθμισμένη καπιταλιστική συσσώρευση με τη δικαίωση βασικών αιτημάτων των εργατικών τάξεων.

Μόνο που η κρίση του συγκεκριμένου «κοινωνικού συμβολαίου» σήμαινε όχι μόνο την κρίση της αντίστοιχης εκδοχής προόδου, αλλά και μια ιδιότυπη ιδεολογική αντεπίθεση όπου ήταν τα ιστορικά αιτήματα και τρόποι σκέψης του εργατικού κινήματος που αντιμετωπίστηκαν ως «οπισθοδρομικά» και αντιθέτως μια ορισμένη εκδοχή νεοφιλελευθερισμού παρουσιάστηκε με ρητορική «προόδου», ως νέα σκέψη για μια νέα εποχή, παρότι οι κομβικοί στοχαστές του νεοφιλελευθερισμού όπως ο Χάγιεκ ουδέποτε έκρυψαν ότι η αντίληψή τους για την αποφυγή παρεμβάσεων που να παρεμποδίζουν την «αυθόρμητη» ανάδυση κοινωνικών μορφών επικοινωνούσε πολύ περισσότερο με τον κλασικό συντηρητισμό παρά με οποιαδήποτε εκδοχή προόδου.

Το βιβλίο του Μπαλαμπανίδη

Σε αυτό το φόντο, το ανά χείρας βιβλίο του Γιάννη Μπαλαμπανίδη είναι ιδιαίτερα σημαντικό, ακριβώς γιατί προσπαθεί να δει τον τρόπο με τον οποίο σήμερα τίθενται τα ερωτήματα για την πρόοδο και τη συντήρηση.

Η εισαγωγή του βιβλίου χρησιμοποιεί τον τρόπο που διαμορφώθηκε η πολιτική αντιπαράθεση στην εποχή του Τραμπ, μια αντιπαράθεση χαοτική, που όμως αποτύπωνε έστω και έμμεσα την αναγνώριση ότι το πραγματικό πολιτικό επίδικο σήμερα είναι ακριβώς μια πολιτική που να απαντά στις πληθυντικές αγωνίες όλων των στρωμάτων που αισθάνονται outsiders στη σημερινή πολιτική συνθήκη, από τα αντιμέτωπα με την αποβιομηχάνιση εργατικά στρώματα μέσα τις γενιές της νεολαίας που αγωνιούν για την κλιματική αλλαγή ή την επιμονή του ρατσισμού.

Αυτό φέρνει τον Μπαλαμπανίδη αντιμέτωπο με το ερώτημα του λαϊκισμού. Εύστοχα, ο συγγραφέας επισημαίνει τα όρια της χρήσης του λαϊκισμού και ως αναλυτικής έννοιας και ως προτύπου πολιτικής πρακτικής, καθώς δεν κατορθώνει να διαμορφώσει το είδος δημοκρατικής αντιπαράθεσης που θα μπορούσε να διευκολύνει την ανάδυση προοδευτικών πολιτικών.

Σε πείσμα της επίμονης αναζήτησης ενός «ανεύρετου Κέντρου», με χαρακτηριστικό παράδειγμα την αδυναμία του Εμανουέλ Μακρόν να κατανοήσει την ίδια τη γαλλική κοινωνία στη συγκυρία των «Κίτρινων Γιλέκων», ο Μπαλαμπανίδης επιμένει ότι μπορούμε να διακρίνουμε προοδευτικές και συντηρητικές πολιτικές, παρ’ όλη τη σύγχυση που διαμόρφωσε τις τελευταίες δεκαετίες ο ενστερνισμός του νεοφιλελευθερισμού και από συντηρητικά και από σοσιαλδημοκρατικά πολιτικά ρεύματα.

Την ίδια στιγμή, επισημαίνει τον τρόπο που σήμερα αναδύεται μια νεοσυντηρητική ταυτότητα, που αντιμετωπίζει την πρόσφατη ιστορία ως παρακμή και προσπαθεί να δώσει μια πλασματική εικόνα ασφαλών προσανατολισμών σε ένα τοπίο μετασχηματισμών. Όμως, ταυτόχρονα η ίδια η απήχηση νεοσυντηρητικών τοποθετήσεων, όπως και σχηματισμών της άκρας ή/και λαϊκιστικής δεξιάς ορίζει ταυτόχρονα και μια πρόκληση για όσους αναφέρονται στη δυνατότητα προοδευτικών πολιτικών.

Το πρόβλημα για τον Μπαλαμπανίδη εντοπίζεται στις στρατηγικές ανεπάρκειες της ίδιας της σοσιαλδημοκρατίας, που αποδεχόμενη το νεοφιλελευθερισμό και εσωτερικεύοντας την ατζέντα του αντιπάλου συνέβαλε την αποδιάρθρωση της ίδιας της κοινωνικής βάσης της, την ώρα που δεν μπόρεσε να χρωματίσει κρίσιμες διεργασίες όπως την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Την ίδια στιγμή, οι αντιφατικές εμπειρίες των διαφόρων παραλλαγών σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής στην Ευρώπη τα τελευταία χρόνια, αποτυπώνουν και μια «σταδιακή ανάκαμψη της προοδευτικής πολιτικής» και μια ανάγκη μιας «νέας σύνθεσης» με επίκεντρο «έναν επικαιροποιημένο συμβιβασμό κεφαλαίου-εργασίας, αλλά επ’ ωφελεία του ανίσχυρου μέρους».

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο για τον Μπαλαμπανίδη οι «πόλεμοι της κουλτούρας» και οι «πολιτικές της ταυτότητας» παρά τα προβλήματα του τρόπου με τον οποίο αρθρώνονται, μπορούν να αποτελέσουν αφετηρία για μια προγραμματική και ιδεολογική ατζέντα. Ιδίως εάν κατανοήσουμε τον τρόπο που πολιτικοποιούνται και κινητοποιούνται μια νεώτερη γενιά «που μετεωρίζεται ανάμεσα στην τρυφερότητα και τον κυνισμό» και «που μέσα από τις ματαιώσεις της αναζητά δεσμούς αλληλεγγύης και χειραφέτησης». Ιδίως εάν δούμε τη σημασία του τριπτύχου «δικαιώματα-ανισότητες-περιβάλλον» και τον τρόπο που σήμερα κινητοποιεί όντως νέες και νέους.

Η ιδέα της προόδου είναι ζωντανή

Όλα κατά τον Μπαλαμπανίδη δικαιολογούν μια επιμονή στην ιδέα της προόδου, αλλά και μια αναγκαία προσπάθεια αναδιατύπωσης μιας προοδευτικής πολιτικής. Για τον Μπαλαμπανίδη αυτό σημαίνει ότι

«Η προοδευτική πολιτική, ειδικά, καλείται σήμερα να διαμορφώσει μια πειστική πολιτική σύνθεση στο σημείο τομής των υλικών και πολιτισμικών αιτημάτων που αναδύονται: ανισότητες, υλική ασφάλεια, δικαιώματα, οικολογία, κουλτούρα. Μετά από δεκαετίες διαρκούς προσαρμογής, ισορροπίας ανάμεσα στην υπεύθυνη πολιτική και σε ρηχές εκδοχές ηγεμονίας, εν τέλει αμηχανίας, η ιδέα της προόδου μπορεί να ξαναγίνει σέξι, να επανεπινοήσει τον εαυτό της ανακτώντας το ισχυρότερο πολιτικό εργαλείο: ταυτότητα».

Προκλήσεις και δυσκολίες

Το βιβλίο του Μπαλαμπανίδη αποτελεί μια σημαντική συνεισφορά σε μια συζήτηση που είναι πραγματικά ενεργή. Στηρίζεται σε μια κριτική προσέγγιση των θεωρητικών συζητήσεων γύρω από αυτά τα ερωτήματα, αλλά και σε μια εποπτεία του τρόπου που έχουν τεθεί μέσα στην πραγματική άσκηση πολιτικής. Επιπλέον, στέκεται με ιδιαίτερα κριτικό τρόπο απέναντι στον τρόπο που μια ορισμένη εκδοχή του Κέντρου έχει προταθεί ως υποκατάστατο της προοδευτικής πολιτικής.

Εντούτοις θα μπορούσαν να τεθούν μερικά ερωτήματα, περισσότερο με την έννοια του προχωρήματος της συζήτησης. Η ανάδυση των ιστορικών μορφών «προοδευτισμού» στον 20ο αιώνα είχε ως υπόβαθρο όχι μόνο τις πρωτοβουλίες σοσιαλδημοκρατικών (και όχι μόνο – ας θυμηθούμε τον Ρούζβελτ) κομμάτων και πολιτικών, αλλά και την ύπαρξη πολιτικών ρευμάτων – και αργότερα κρατικών μορφών – που αμφισβήτησαν πολύ πιο συνολικά την καπιταλιστική κοινωνική οργάνωση. Ενώ δεν είχε μικρή σημασία ένας ορισμένος έστω και μεταρρυθμιστικός αντικαπιταλισμός της ιστορικής σοσιαλδημοκρατίας. Αναρωτιέται κανείς εάν η σημερινή απουσία ανάλογων συνολικών αμφισβητήσεων παίζει ρόλο στην αδυναμία να προκύψει έστω και αποτέλεσμα μια πιο απτή εκδοχή προοδευτικής πολιτικής που να διαφοροποιείται από τον νεοφιλελευθερισμό. Όπως επίσης υπάρχει και το ερώτημα εάν τα πολιτικά κόμματα που αναφέρονται σε μια προοδευτική πολιτική έχουν σήμερα τους συλλογικούς διανοητικούς όρους για να μπορέσουν να ορίσουν εκ νέου μια έννοια πολιτικής και τελικά ιστορικής προόδου.

Όλα αυτά προφανώς προφανώς και αναδεικνύουν τη σημασία της παρέμβασης του Μπαλαμπανίδη και ενός βιβλίου που αξίζει να διαβαστεί.

Γιάννης Μπαλαμπανίδης, Οι ιδέες της προόδους και της συντήρησης. Δοκίμιο για την πολιτική σε ρευστούς καιρούς, Αθήνα, εκδ. Πόλις, 2022, σσ. 223.


Πηγή