Αλβανική ανάλυση: Η παγίδα της Ελλάδας στο διαπραγματευτικό πλαίσιο της Αλβανίας με την ΕΕ

0

Η έναρξη των ενταξιακών συνομιλιών της ΕΕ με την Αλβανία στις 19 Ιουλίου 2022 είναι ένα θετικό βήμα στο ταξίδι της Αλβανίας προς την ΕΕ.

Οι δύο αλήθειες

Ομως, η ευφορία που πυροδότησε την κυβερνητική κινητοποίηση για προπαγανδιστικούς σκοπούς δεν πρέπει να εμποδίσει να ειπωθεί η αλήθεια ως έχει στην αλβανική κοινή γνώμη, γράφει ο αλβανός διπλωμάτης καριέρας και αναλυτής Σαμπάν Μουράτι στην αλβανική ιστοσελίδα Gazeta Dita.

Δείτε ακόμα – Μπερίσα: Απαγορεύτηκε η είσοδός του στη Βρετανία – Κατηγορεί τον Ράμα και τον Σόρος

Η πρώτη αλήθεια είναι ότι η έναρξη των διαπραγματεύσεων ανοίγει έναν πολύ μακρύ δρόμο γεμάτο εκπλήξεις για την ένταξη της χώρας στην ΕΕ και δεν πρέπει να εκπλήσσει το γεγονός ότι μπορεί να οδηγήσει σε ανοιχτές συνομιλίες, όπως δείχνει η μακρά οδύσσεια των ενταξιακών συνομιλιών της Τουρκίας για την προσχώρησή της στην ΕΕ.

Εχουν περάσει δέκα χρόνια από τότε που το Μαυροβούνιο άνοιξε και συνεχίζει τις ενταξιακές συνομιλίες με την ΕΕ. Η Σερβία άνοιξε και συνεχίζει τις ενταξιακές συνομιλίες για οκτώ χρόνια. Εχουν περάσει δεκαεπτά χρόνια από τότε που η Τουρκία ξεκίνησε τις ενταξιακές συνομιλίες με την ΕΕ.

Δεν είναι γνωστό πόσο δύσκολο θα είναι το ταξίδι της Αλβανίας σε αυτή τη νέα διαπραγματευτική διαδικασία, που μοιάζει όλο και περισσότερο με το μαρτύριο του Σίσυφου, καθώς γίνεται όλο και πιο αδύνατο να μεταφερθεί η πέτρα στην κορυφή του βουνού, που ονομάζεται ένταξη στην ΕΕ.

Η δεύτερη πιο δηλητηριώδης αλήθεια, που δεν λέει η κυβέρνηση στην αλβανική κοινή γνώμη, είναι ο περίεργος όρος που τίθεται στο Διαπραγματευτικό Πλαίσιο για την ένταξη στην ΕΕ, ότι η Αλβανία πρέπει να συμφωνήσει με την Ελλάδα για ΑΟΖ όπως ζητά η Αθήνα.

Το επίμαχο… κεφάλαιο

Στο Διαπραγματευτικό Πλαίσιο της ΕΕ για την ένταξη της Αλβανίας, που εγκρίθηκε στις 19 Ιουλίου στην πρώτη διακυβερνητική διάσκεψη μεταξύ της ΕΕ και της κυβέρνησης της Αλβανίας, στο κεφάλαιο «Κύριες αρχές των διαπραγματεύσεων», στη σελίδα 11, στο σημείο 5, στο άρθρο 3, αναφέρεται στο κείμενο:

«Η δέσμευση της Αλβανίας να επιλύει κάθε συνοριακή διαφορά σύμφωνα με την αρχή της ειρηνικής διευθέτησης των διαφορών με βάση τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας, συμπεριλαμβανομένης, εάν είναι απαραίτητο, της υποχρεωτικής δικαιοδοσίας του Διεθνούς Δικαστηρίου».

Παρά το γεγονός ότι δεν αναφέρεται το όνομα «Ελλάδα», είναι κάτι παραπάνω από σαφές ότι πρόκειται για τη θαλάσσια συμφωνία, την οποία η Ελλάδα προσπαθεί να επιβάλει στην Αλβανία με κάθε κόστος.

Η Αλβανία επίσημα δεν έχει συνοριακές διαφορές με καμία χώρα. Ο μόνος ισχυρισμός είναι αυτός της Ελλάδας, που επιμένει να υπαγορεύει την αποδοχή της επιζήμιας συμφωνίας ΑΟΖ που υπέγραψε η αλβανική κυβέρνηση το 2009.

Τώρα το βλέπουμε ως υποχρεωτικό ελληνικό όρο που περιλαμβάνεται στο Διαπραγματευτικό Πλαίσιο της ΕΕ για την αποδοχή από την Αλβανία της συμφωνίας ΑΟΖ με την Ελλάδα.

Η ελληνική παγίδα

Αυτό σημαίνει ότι η συμφωνία και η παγίδα της Ελλάδας έχει πάρει την εντολή και τη δύναμη της ΕΕ και τίθεται ως μεγάλο εμπόδιο που πρέπει να ξεπεραστεί στην πρόοδο των ενταξιακών συνομιλιών στην ΕΕ.

Η Ελλάδα έχει στήσει τη μεγάλη της ενέδρα στο Διαπραγματευτικό Πλαίσιο της ΕΕ και βάζει στο χείλος της κυβέρνησης των Τιράνων την υπερβολική χαρά για την έναρξη των ενταξιακών συνομιλιών.

Τι τραβάει την προσοχή και πρέπει να το δούμε προσεκτικά σε αυτή την κατάσταση της Ελλάδας, που μας έρχεται ως ευρωπαϊκή συνθήκη με τη μορφή του Διαπραγματευτικού Πλαισίου και μάλιστα ως μία από τις κατευθυντήριες αρχές των ενταξιακών συνομιλιών της Αλβανίας στην ΕΕ.

Πρώτον, το έγγραφο της ΕΕ δείχνει παράλογα μια λεγόμενη συνοριακή διαμάχη, την οποία είχε η Αλβανία και η οποία πρέπει να επιλυθεί ως προϋπόθεση των ενταξιακών συνομιλιών στην ΕΕ.

Η λεγόμενη συνοριακή διαφορά είναι μια ξεκάθαρη και ανοιχτή διεκδίκηση της Ελλάδας για τα σύνορα της Αλβανίας. Η διόρθωση των συνόρων της Αλβανίας είναι ένα παλιό διεκδικητικό πρόγραμμα της Ελλάδας, το οποίο εμφανίστηκε στις συνομιλίες του 2009 με την Αλβανία για την ΑΟΖ, όταν η αλβανική κυβέρνηση παραχώρησε την εδαφική ακεραιότητα της χώρας.

Δεν έχει παραιτηθεί η Ελλάδα

Η συμπερίληψη της λεγόμενης συνοριακής διαφοράς σε αυτόν τον ορισμό σημαίνει ότι η Ελλάδα δεν έχει παραιτηθεί από τη διόρθωση των συνόρων μας και την επανενεργοποίηση της θαλάσσιας συμφωνίας του 2009, την οποία δικαίως ακύρωσε το Συνταγματικό Δικαστήριο της Αλβανίας στις 15 Απριλίου 2010.

Το Συνταγματικό Δικαστήριο στην ιστορική του απόφασή του απαγορεύει κάθε είδους συζήτηση που μετατρέπει τα θαλάσσια σύνορα της Αλβανίας ως αντικείμενο διαπραγματεύσεων με την Ελλάδα.

Το 2018, η κυβέρνηση και η διπλωματία της Αλβανίας έκαναν το μοιραίο λάθος να επανενεργοποιήσουν με τη νέα συμφωνία με την Ελλάδα, που θα υπέγραφαν τον Απρίλιο του 2018, την ίδια ακυρωμένη θαλάσσια συμφωνία του 2009, συμπεριλαμβανομένης της διόρθωσης των συνόρων της Αλβανίας, παραβιάζοντας παράνομα την τελική απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου.

Η Ελλάδα επιμένει να αποδεχθεί η Αλβανία το ίδιο αντικείμενο της παλιάς συμφωνίας για την αλλαγή των θαλάσσιων συνόρων. Γι’ αυτό έχει ορίσει στον όρο της για το Διαπραγματευτικό Πλαίσιο της ΕΕ «τη συνοριακή διαφορά». Γι’ αυτό τώρα, με τη φωνή και την εντολή της ΕΕ, ζητά από την Αλβανία να παραχωρήσει τη θαλάσσια και χερσαία ακεραιότητα.

Αυτός ο στόχος της διόρθωσης των κρατικών μας συνόρων είναι ο άξονας της ελληνικής διπλωματικής πίεσης στη σημερινή αλβανική κυβέρνηση.

Να σκεφτεί ο Ράμα

Η ελληνική παγίδα του Διεθνούς Δικαστηρίου εμπεριέχει μεγάλους κινδύνους, που φαίνεται να έχουν συγκεκριμενοποιηθεί στην αυξανόμενη αλαζονεία της Ελλάδας κατά τις μυστικές διμερείς συνομιλίες για την επίτευξη κοινής συμφωνίας να παραπεμφθεί το θέμα στη Χάγη. Το ίδιο το γεγονός ότι έχουν περάσει δύο χρόνια και δεν έχει επιτευχθεί αυτή η συμφωνία δείχνει ότι η σύγκρουση αντιτιθέμενων συμφερόντων μεταξύ των δύο κρατών είναι πολύ μεγάλη.

Ο πρωθυπουργός Ράμα αναγνώρισε δημόσια αυτή την κατάσταση όταν, κατά την επίσκεψή του στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης στις 4 Ιουλίου, δήλωσε: «Πριν κάνουμε αυτό το βήμα, (πηγαίνοντας στη Χάγη), πρέπει να καταλήξουμε στην απαραίτητη συμφωνία για να φέρουμε αυτό το θέμα στο Διεθνές Δικαστήριο και αυτή η συμφωνία δεν έχει ακόμη επιτευχθεί. Δεν πρόκειται απλώς για μια διαδικασία συμφωνίας μεταξύ των δικηγόρων και των τεχνικών εμπειρογνωμόνων κάθε μέρους».

Η ελπίδα είναι ότι ο πρωθυπουργός Ράμα, αντιμετωπίζοντας τις νέες αλαζονικές απαιτήσεις της ελληνικής διπλωματίας και ακούγοντας τις συμβουλές των στρατηγικών συμμάχων της Αλβανίας στο ΝΑΤΟ, θα σκεφτεί ότι η μετάβαση στη Χάγη είναι ένα λάθος βήμα που δεν πρέπει να γίνει.

Δεν έκλεισε το θέμα των συνόρων;

Το γεγονός ότι η ΕΕ θεωρεί δεδομένη την ελληνική προϋπόθεση και την εντάσσει στο Διαπραγματευτικό Πλαίσιο για την ένταξη της Αλβανίας στην ΕΕ δεν μπορεί παρά να αφήσει μια πικρή γεύση.

Η ευρωπαϊκή διπλωματία γνωρίζει πολύ καλά (γιατί είναι ο συντάκτης και ο εγγυητής), ότι το θέμα των συνόρων της Αλβανίας με την Ελλάδα και τη Γιουγκοσλαβία έκλεισε από τις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις στις 30 Ιουλίου 1926 στο Παρίσι με τη διεθνή συνθήκη «The Final Act of the Delimitation».

Η συνθήκη συνήφθη από τις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις για τα χερσαία και θαλάσσια σύνορα της Αλβανίας και έγινε αποδεκτή και υπογράφηκε από τις κυβερνήσεις της Ελλάδας και της Γιουγκοσλαβίας.

Η διεθνής συνθήκη για την οριστική οριοθέτηση των συνόρων της Αλβανίας, η οποία έχει πλήρη και μόνιμη νομική και διπλωματική ισχύ, απαιτείται επίσης να τηρηθεί αυστηρά από την Ελλάδα.

Ακόμη και ο ίδιος ο έλληνας υπουργός Εξωτερικών Νίκος Κοτζιάς αναγκάστηκε στις 3 Ιουλίου 2018 να υπενθυμίσει στους ελληνικούς κυβερνητικούς κύκλους ότι η Συνθήκη του Παρισιού της 30ης Ιουλίου 1926 ισχύει για τα σύνορα της Αλβανίας: «Αναγνωρίζουμε την Τελική Πράξη του Παρισιού του 1926;».

Το θέμα των συνόρων της Αλβανίας με την Ελλάδα είναι κλειστό για τη δικαιοσύνη και το διεθνές δίκαιο. Επομένως, είναι πραγματικά παράλογο το πώς η ΕΕ εντάσσει τη λεγόμενη «συνοριακή διαφορά» στο Διαπραγματευτικό Πλαίσιο.

Οι εδαφικές παραχωρήσεις

Η Ελλάδα χρησιμοποιεί και καταχράται το καθεστώς μέλους της ΕΕ για να επιβάλει στην Αλβανία μια αυτοκτονική θαλάσσια συμφωνία που παραβιάζει την αλβανική εδαφική ακεραιότητα. Είναι ατυχές που η ΕΕ επέτρεψε να χρησιμοποιηθεί ως όργανο των ελληνικών συμφερόντων προσάρτησης και να συνταχθεί το Διαπραγματευτικό Πλαίσιο ως ελληνική πίεση στην Αλβανία.

Διπλωματικές πηγές από τις Βρυξέλλες αναφέρουν ότι η Ελλάδα είχε την ισχυρή υποστήριξη της γαλλικής προεδρίας της ΕΕ τον Ιούνιο του 2022 για την ένταξη της ελληνικής συνθήκης στο Διαπραγματευτικό Πλαίσιο με την Αλβανία.

Οι πηγές τονίζουν ότι η Γαλλία έχει κάνει αυτό το δώρο στην ελληνική κυβέρνηση ως επιβράβευση για τις ελληνικές αγορές γαλλικών πολεμικών πλοίων και πυραύλων αξίας 5 δισ. δολαρίων. Ετσι, η Αλβανία και τα σύνορά της γίνονται ο στόχος ελληνικού και γαλλικού συμφέροντος ταυτόχρονα.

Η Ελλάδα κάνει κατάχρηση της ιδιότητας μέλους της ΕΕ για να αναγκάσει την Αλβανία να πληρώσει για την ευρωπαϊκή της ολοκλήρωση με μεγάλες εδαφικές παραχωρήσεις.

Υπάρχει ένα στοιχείο που πρέπει να κάνει την κυβέρνηση να προβληματιστεί. Η ένταξη στην ΕΕ δεν είναι ζωτικό και υπαρξιακό συμφέρον για την Αλβανία και μπορεί και πρέπει να απορρίψει τον ελληνικό όρο.

Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση είναι κρατικό, πολιτικό και οικονομικό συμφέρον, αλλά όχι με τίμημα την απώλεια της κρατικής ακεραιότητας.

Η Αλβανία πρέπει να ενταχθεί στην ΕΕ εκπληρώνοντας τους όρους της ΕΕ, αλλά όχι την ελληνική προϋπόθεση της εκχώρησης εδαφών.

Πηγή: gazetadita.al, echedoros-a.gr


Πηγή