Ιστορίες νεοφιλελευθερισμού

0

Ο νεοφιλελευθερισμός ως πολιτικό ρεύμα, ιδεολογική τοποθέτηση ή παραταξιακός χαρακτηρισμός είναι μία από τις πιο διαδεδομένες έννοιες του πολιτικού μας λεξιλογίου. Και όπως συμβαίνει συχνά σε αυτές τις περιπτώσεις μια έννοια που τη θεωρούμε αυτονόητη, χωρίς συχνά να εξετάζουμε με ποιον τρόπο κυριάρχησε στην πολιτική μας συζήτηση και εάν και σε ποιον βαθμό παραμένει χρήσιμη για να αναλύει πολιτικές και κοινωνικές δυναμικές.

Η άνοδος και η πτώση της νεοφιλελεύθερης τάξης

Αυτό ακριβώς είναι που καθιστά ιδιαίτερα χρήσιμα βιβλία όπως το The Rise and the Fall of the Neoliberal Order. America and the World in the Free Market Era (Η άνοδος και η πτώση της νεοφιλελεύθερης τάξης. Η Αμερική και ο κόσμος στην εποχή της ελεύθερης αγοράς), που κυκλοφόρησε φέτος από το Oxford University Press. Ο συγγραφέας του, ο Γκάρι Γκέρστλ (Gary Gerstle), καθηγητής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ, είναι ένας από τους σημαντικότερους ιστορικούς του αμερικανικού πολιτικού συστήματος. Και το αντικείμενο του βιβλίου είναι ακριβώς το πώς ο νεοφιλελευθερισμός κατάφερε να γίνει η κυρίαρχη κατεύθυνση και στρατηγική στα αμερικανικά πολιτικά πράγματα, οδηγώντας σε πολιτικές που απορρύθμισαν αγορές, απελευθέρωσαν τις κινήσεις κεφαλαίων και εμπορευμάτων και διαμόρφωσαν μια ορισμένη εκδοχή παγκοσμιοποίησης.

Η ιδιαίτερη αξία της προσέγγισης του Γκέρστλ είναι ότι προσπαθεί να δει όχι μόνο το πώς οικονομικές και πολιτικές ελίτ ασπάστηκαν τις βασικές πλευρές του νεοφιλελευθερισμού από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 και μετά, ύστερα από μια μακρά περίοδο όπου οι οικονομικές αντιλήψεις που αφετηρία είχαν την «Αυστριακή» Σχολή ήταν μάλλον περιθωριακές ως προς την άσκηση πολιτικής, αλλά και πώς μπόρεσαν αυτές οι αντιλήψεις να έχουν μια ευρύτερη μαζική απήχηση.

Για τον Γκέρστλ η άνοδος του νεοφιλελευθερισμού στην αμερικανική πολιτική σκηνή, ακολούθησε τη μακρά περίοδο όπου η κυρίαρχη αντίληψη ήταν αυτή του New Deal, που περιλάμβανε την έμφαση στην κρατική παρέμβαση στην οικονομία, μια που δεν μπορούσε ο καπιταλισμός να αφεθεί απλώς στις δικές του δυναμικές, και μια προσπάθεια συμβιβασμών ανάμεσα σε κεφάλαιο και εργασία ως απάντηση στον «κομμουνιστικό κίνδυνο», στοιχείο που συνένωνε Δημοκρατικούς και Ρεπουμπλικάνοιυς. Παρότι ξεκίνησε από τις θητείες του Ρούζβελτ και του Τρούμαν, εντούτοις συνεχίστηκε στην εποχή Αϊζενχάουερ και τα κοινωνικά προγράμματα της προεδρίας Τζόνσον, όμως οι διαιρέσεις στο ίδιο το Δημοκρατικό Κόμμα γύρω από τα ζητήματα του ρατσισμού και του πολέμου στο Βιετνάμ και λίγο αργότερα η παγκόσμια οικονομική κρίση της δεκαετίας του 1970 οδήγησαν μια κρίση τη στρατηγική του New Deal ανοίγοντας το δρόμο για τη νεοφιλελεύθερη στροφή της εποχής Ρέιγκαν.

Ο Γκέρστλ ανασυγκροτεί την άνοδο των νεοφιλελεύθερων απόψεων και τον τρόπο που ένα νήμα σκέψης που αφετηρία είχε συζητήσεις ήδη από τη δεκαετία του 1930 και του 1940 και κρίσιμη καμπή τη διαμόρφωση της «Εταιρείας Mont Pèlerin», σταδιακά κατάφερε να αποκτήσει πραγματική απήχηση μέσα στις πολιτικές ελίτ, με αποκορύφωμα τη μεταστροφή του ίδιου του Ρόναλντ Ρέιγκαν, που ξεκίνησε ως υποστηρικτής του New Deal. O Γκέρστλ υποστηρίζει ότι η σταδιακή ηγεμονία της αντίληψης ότι αυτό που χρειάζεται είναι «λιγότερο κράτος», συνδυάστηκε όχι μόνο με μια κλασική φιλελεύθερη υπεράσπιση της ατομικής ελευθερίας, αλλά και με συντηρητισμό (που εξηγεί τη συμμαχία του Ρέιγκαν με την Ευαγγελική Δεξιά), όπως και με στοιχεία της αμφισβήτησης του «Μεγάλου Κράτους» που έρχονταν από πλευρές της ρητορικής της Νέας Αριστεράς και της αντικουλτούρας της δεκαετίας του 1960.

Ο Μπιλ Κλίντον και η προσχώρηση των Δημοκρατικών στον νεοφιλελευθερισμό

Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης έδωσε ακόμη μεγαλύτερη ώθηση, ενώ οι δύο θητείες του Μπιλ Κλίντον στον Λευκό Οίκο όχι μόνο σηματοδότησαν πολύ μεγάλες νεοφιλελεύθερες αναδιαρθρώσεις (άρα και τον τυπικό προσηλυτισμό του Δημοκρατικού Κόμματος στον νεοφιλελευθερισμό), από την παραπέρα απελευθέρωση κλάδων μέχρι την ανάκληση των παρεμβάσεων της εποχής του New Deal στον τραπεζικό τομέα, αλλά και την ακόμη μεγαλύτερη ενσωμάτωση μιας κοσμοπολίτικης και πολυπολιτισμικής διάστασης στη νεοφιλελεύθερη ρητορική. Οι δύο θητείες του Τζορτζ Μπους αποτέλεσαν μια στιγμή νεοφιλελεύθερης ύβρεως με αποκορύφωμα την αλαζονική προσπάθεια νεοφιλελεύθερης ανακατασκευής του Ιράκ.

Η κρίση του νεοφιλελευθερισμού

Η μεγάλη οικονομική κρίση του 2008-2009 σηματοδότησε μια βαθιά κρίση αυτής της στρατηγικής αλλά και μια περίοδο όπου ουσιαστικά αυτό που ο Γκέρστλ ονομάζει «νεοφιλελεύθερη πολιτική τάξη» άρχισε να αποδιαρθρώνεται, μέσα από μια σειρά από αμφισβητήσεων που ήρθαν είτε από τα αριστερά, σε ένα νήμα από τις διαμαρτυρίες των κινημάτων τύπου Occupy! μέχρι τη σημαντική απήχηση της υποψηφιότητας του Μπέρνι Σάντερς, είτε από τα δεξιά μέσα από τις πλευρές της ρητορικής του Ντόναλντ Τραμπ που παρέπεμπαν είτε στον εθνικισμό είτε στον λαϊκισμό. Για τον Γκέρστλ η θητεία Τραμπ σηματοδότησε το τέλος της «νεοφιλελεύθερης πολιτικής τάξης», με έναν ιδιαίτερα τραυματικό τρόπο, με συμβολική συμπύκνωση τα όσα έγιναν στις 6 Ιανουαρίου 2021. Πράγμα που σημαίνει ότι παραμένει ανοιχτό το ερώτημα εάν και πώς θα διαμορφωθεί ένα διαφορετικό πολιτικό και στρατηγικό υπόδειγμα.

Το ανοιχτό ερώτημα

Ο Γκέρστλ θεωρεί ότι το ερώτημα για το ποια στρατηγική θα αναδυθεί είναι το πιο σημαντικό που καλούνται να αντιμετωπίσουν οι ΗΠΑ, ακόμη και εάν παραμείνουν ενεργά στοιχεία νεοφιλελευθερισμού. Από την άλλη, θα μπορούσε κανείς εύλογα να αναρωτηθεί εάν οι σημερινές πολιτικές και κοινωνικές ελίτ, εντός και εκτός ΗΠΑ, τόσο βαθιά ριζωμένες σε αντιλήψεις που αποτελούν έναν σχεδόν αναπόδραστο ιδεολογικό και γνωσιακό ορίζοντα, μπορούν όντως να στοχαστούν μια άλλη πορεία.