Γερμανία: Από το ρωσικό «μαρτύριο της σταγόνας», στη χαλάρωση του «ταμπού» της πυρηνικής ενέργειας

0

Διατρέχoντας τη Βαλτική Θάλασσα από τη Ρωσία μέχρι τη Γερμανία, ο αγωγός Nord Stream 1 αποτελεί την κύρια πηγή τροφοδοσίας με φυσικό αέριο της χώρας που θεωρείται η «ατμομηχανή» της ΕΕ.

Υπό κανονικές συνθήκες, καλύπτει το 58% των ετήσιων αναγκών της Γερμανίας σε φυσικό αέριο. Τώρα όμως, υπό τη «σκιά» του πολέμου της Ουκρανίας και των δυτικών κυρώσεων στη Μόσχα, η ροή έχει περιοριστεί στο 40% της δυναμικότητας του αγωγού.

Η διαρκής πια αγωνία για το εάν και πότε η Μόσχα θα μειώσει κι άλλο την παροχή ή θα κλείσει εντελώς τη «στρόφιγγα» μοιάζει για το Βερολίνο, όπως και για την υπόλοιπη ΕΕ, με το… μαρτύριο της σταγόνας.

Τώρα, τα δημοσιονομικά «γεράκια» του βορρά επικαλούνται αυτό που χρόνια ουσιαστικά αρνούνταν στον οικονομικά δοκιμαζόμενο μεσογειακό νότο: την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη.

Ενόσω το τελευταίο σχέδιο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής εντείνει τον διχασμό στις τάξεις των «27», στο Βερολίνο επεξεργάζονται διάφορα σενάρια, προετοιμαζόμενοι για έναν πολύ δύσκολο -για νοικοκυριά, επιχειρήσεις και τη γερμανική οικονομία συνολικότερα- χειμώνα.

Σε ασφυκτικό κλοιό

Η κυβέρνηση συνασπισμού Σοσιαλδημοκρατών – Πρασίνων – Φιλελεύθερων υπό τον Όλαφ Σολτς καταστρώνει και θέτει σταδιακά σε εφαρμογή σχέδια έκτακτης ανάγκης.

Ήδη αναγκάστηκε να προχωρήσει στη διάσωση του ενεργειακού κολοσσού Uniper, καθώς η τιμή του φυσικού αερίου ίπταται στα… ουράνια.

Παράλληλα πασχίζει να γεμίσει τις δεξαμενές φυσικού αερίου, ώστε να έχει απόθεμα για τους επόμενους μήνες. Όπως και άλλες ευρωπαϊκές χώρες, αναζητά εναλλακτικούς προμηθευτές, ακόμη και σε αυταρχικά καθεστώτα του Κόλπου.

Χαλαρώνει τους περιβαλλοντικούς περιορισμούς για την κατασκευή τερματικών σταθμών εισαγωγής LNG, η οποία ωστόσο δεν ολοκληρώνεται από τη μια μέρα στην άλλη.

Στο μεσοδιάστημα, νοικιάζει πλωτούς τερματικούς σταθμούς. Και στρέφεται, όπως και οι περισσότεροι ευρωπαίοι εταίροι της, στον εξαιρετικά ρυπογόνο λιγνίτη.

Στα σχέδια ετοιμότητας συνυπολογίζονται και προβλήματα που ενδεχομένως να προκύψουν με την εισαγωγή ηλεκτρικού ρεύματος από την… πυρηνοκίνητη Γαλλία.

Ειδικοί τονίζουν ότι η διάθεση πολλών και διαφορετικών πηγών ενέργειας θα είναι το «κλειδί». Για το Βερολίνο, οι περαιτέρω επιλογές είναι λίγες και δυσάρεστες.

Μια… απευκταία λύση

Μέσα σε αυτό το δυσοίωνο σκηνικό τους τελευταίους μήνες επανέρχεται στο «τραπέζι», ξαναμπαίνει στο «συρτάρι» και τούμπαλιν ένα θέμα-ταμπού, και δη για δύο από τους τρεις σημερινούς κυβερνητικούς εταίρους: την πυρηνική ενέργεια.

Θεωρείτο στη Γερμανία «τελειωμένη υπόθεση» από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, όταν ο τότε κυβερνητικός συνασπισμός Σοσιαλδημοκρατών και Πρασίνων αποφάσισε τη σταδιακή κατάργησή της.

Μετέπειτα, η Χριστινοδημοκράτισσα καγκελάριος Μέρκελ προσπάθησε να αντιστρέψει το μέτρο. Όμως η πυρηνική καταστροφή της Φουκουσίμα το 2011 στην Ιαπωνία ανέτρεψε τα δικά της σχέδια.

Έτσι σταμάτησε κάθε επένδυση σε μη στρατιωτική τεχνολογία πυρηνικής ενέργειας και τεχνογνωσία στο Βερολίνο. Πέρυσι οι τρεις από τους έξι πυρηνικούς αντιδραστήρες της Γερμανίας τέθηκαν εκτός λειτουργίας. Οι υπόλοιποι έχει προγραμματιστεί να κατεβάσουν οριστικά διακόπτες στο τέλος αυτού του έτους.

Σήμερα καλύπτουν μόλις το 6% των αναγκών της χώρας σε ηλεκτρική ενέργεια. Σε γενικές γραμμές αποτελεί κοινή πεποίθηση ότι το κόστος και ο κίνδυνος λειτουργίας τους υπερβαίνουν κατά πολύ τα οφέλη. Η δύσκολη συγκυρία ωστόσο οδηγεί πολλούς σε δεύτερες πλέον σκέψεις.

Δύο δημοσκοπήσεις μέσα στον τελευταίο μήνα των δικτύων RTL και ARD κατέγραψαν ότι η πλειονότητα των Γερμανών (68% και 61% αντίστοιχα) ήταν υπέρ της επανεξέτασης της εγκατάλειψης της πυρηνικής ενέργειας. Προ του πολέμου στην Ουκρανία, δημοσκόπηση του ZDF είχε δείξει ότι υπέρ αυτής της προοπτικής ήταν τέσσερις στους δέκα.

Θέμα πολιτικής τριβής

Από τα έδρανα πια της αξιωματικής αντιπολίτευσης, οι Χριστιανοδημοκράτες ασκούν τώρα ασφυκτικές πιέσεις για παράταση του χρόνου λειτουργίας των πυρηνικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής. Στη ίδια δε κατεύθυνση κινούνται και οι συγκυβερνώντες Φιλελεύθεροι, προκαλώντας νέους τριγμούς στην κυβέρνηση Σολτς.

Μέχρι και τώρα πάντως τα υπουργεία Περιβάλλοντος και Οικονομίας, που ελέγχουν οι Πράσινοι, επιμένουν στη γνωμοδότηση εμπειρογνωμόνων από τον περασμένο Μάρτιο ότι μια τέτοια επιλογή δεν είναι ενδεδειγμένη.

Επικαλούνται νομικά κωλύματα, θέματα αδειοδότησης, δαπανηρούς ελέγχους ασφαλείας και έλλειψη ράβδων καυσίμου, σημειωτέον ρωσικής κατασκευής -την ώρα δε που η τιμή του ουρανίου στην παγκόσμια αγορά έχει φθάσει σε υψηλό 11ετίας.

Οι αρμόδιοι φορείς από την πλευρά τους δηλώνουν ότι δεν είναι ανέφικτη η παράταση της λειτουργίας των πυρηνικών σταθμών «εφόσον η κυβέρνηση το επιθυμεί».

Επικαλούμενος και την μακροοικονομική κατάσταση, ο Φιλελεύθερος υπουργός Οικονομικών, Κρίστιαν Λίντνερ, ασκεί πιέσεις για επανεξέταση του θέματος.

Οι Σοσιαλδημοκράτες του Σολτς δείχνουν να ακροβατούν προς το παρόν κάπου στη μέση…

Σιβυλλικά, εκπρόσωπος της γερμανικής κυβέρνησης δήλωσε τις προάλλες ότι «εξαρχής, το ζήτημα των πυρηνικών σταθμών δεν ήταν ιδεολογικό, αλλά καθαρά τεχνικό, το οποίο έχει επανεξεταστεί από ειδικούς και αυτό θα συμβεί άλλη μια φορά τώρα, υπό αυστηρότερες συνθήκες»…

Μόλις στις αρχές του μήνα εν τω μεταξύ το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποδέχθηκε την αμφιλεγόμενη πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να «βαφτιστούν» πράσινες οι επενδύσεις στην πυρηνική ενέργεια και στο φυσικό αέριο, εντάσσοντάς τες στον κατάλογο των περιβαλλοντικά βιώσιμων οικονομικών δραστηριοτήτων. Αυτά, υπό την προϋπόθεση ότι αφορούν στις πλέον προηγμένες τεχνολογίες…

«Είναι η οικονομία, ηλίθιε»

Στις Βρυξέλλες έχουν ήδη ακουστεί φωνές υπέρ της επανεξέτασης της θέσης του Βερολίνου. «Είναι εξαιρετικά σημαντικό οι τρεις γερμανικοί πυρηνικοί σταθμοί που παραμένουν ενεργοί να λειτουργήσουν περισσότερο», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Γάλλος Επίτροπος Εσωτερικής Αγοράς, Τιερί Μπρετόν, στις αρχές Ιουλίου.

Αυτά ενόσω τα βλέμματα όλων στρέφονται ανήσυχα στις προοπτικές της γερμανικής οικονομίας, της ισχυρότερης της ευρωζώνης, εν μέσω πολιτικής ρευστότητας στη δεύτερη, τη Γαλλία, και πολιτικο-οικονομικής αναταραχής στην τρίτη, την Ιταλία.

Ήδη από τις αρχές Ιουλίου και για πρώτη φορά από το 1991 η Γερμανία κατέγραψε εμπορικό έλλειμμα, με φόντο την πτώση του ευρώ και την εκτόξευση του κόστους εισαγωγής ενέργειας.

Ο πληθωρισμός βρίσκεται σε υψηλό ρεκόρ. Και η Deutsche Bank προειδοποιεί ότι η χώρα θα εισέλθει σε φάση ύφεσης το 2023.

Το δε ΔΝΤ συνιστά στο Βερολίνο, στην τελευταία έκθεσή του, μεγαλύτερη δημοσιονομική ευελιξία και αναβολή ενός ακόμη έτους στην επιστροφή στους αυστηρούς κανόνες για το χρέος.