Η διαρκής ενεργειακή αμηχανία της Ευρωπαϊκής Ένωσης

0

Η ομιλία της Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν ήταν αναμενόμενα γεμάτη εκφράσεις αλληλεγγύης προς την Ουκρανίας. Σε αυτά προστέθηκε και αρκετή αυτοκριτική για τα βήματα που δεν έκανε η Ευρώπη και οδήγησαν στην ενεργειακή εξάρτηση από τη Ρωσία.

Όμως, ως προς τα συγκεκριμένα μέτρα και τη στρατηγική για να αποφευχθεί η ενεργειακή κρίση στην Ευρώπη και η μεταφορά του κόστους της στους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις, η ομιλία έδειξε ότι ακόμη είμαστε στη φάση της επεξεργασίας.

Και μάλιστα μιας επεξεργασίας που γίνεται με τον παραδοσιακό «ευρωπαϊκό» τρόπο, δηλαδή των μεγάλων εξαγγελιών που μετατρέπονται σε μετριοπαθή μέτρα.

Ο ενεργειακός γόρδιος δεσμός της Ευρώπης

Όλα αυτά έχουν στον πυρήνα τους τον τρόπο με τον οποίο η Ευρώπη αντιμετωπίζει σήμερα μια ενεργειακή κρίση χωρίς προηγούμενο.

Οι ευρωπαϊκές χώρες εξαρτώνται από το ρωσικό φυσικό αέριο και το ρωσικό πετρέλαιο. Ο βαθμός εξάρτησης ποικίλει ανάλογα με τη χώρα. Για παράδειγμα είναι πολύ μεγαλύτερη στη Γερμανία και πολύ μικρότερη στην Ιβηρική. Παρότι η ΕΕ δεν έχει συμπεριλάβει το φυσικό αέριο στις κυρώσεις, έχει μια πολιτική να μειώσει τις παραλαβές ρωσικού αερίου για να μη χρηματοδοτεί εμμέσως την «ειδική στρατιωτική επιχείρηση» της Ρωσίας στην Ουκρανία και κυρίως αντιμετωπίζει το πραγματικό ενδεχόμενο η Ρωσία να σταματήσει πλήρως – κάτι που ήδη κάνει με διάφορα προσχήματα – τις ροές φυσικού αερίου προς την Ευρώπη ως πίεση για να σταματήσει η Ευρώπη να υποστηρίζει την Ουκρανία με αποστολές στρατιωτικού υλικού.

Το πρόβλημα είναι ότι αυτή τη στιγμή ακόμη και εάν η Ευρώπη αυξήσει τις εισαγωγές και τα αποθέματα φυσικού αερίου από άλλες πηγές, όπως είναι η Νορβηγία, η Βόρεια Αφρική και το Αζερμπαϊτζάν και αγοράσει μεγάλες ποσότητες LNG και αποκτήσει υποδομές για την επαναεριοποίηση και διανομή του και ακόμη και εάν αυξήσει την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από άλλες πηγές (πυρηνικά εργοστάσια, γαιάνθρακα, ντίζελ) και καταφέρει να έχει και περισσότερη ενέργεια από ΑΠΕ, θα εξακολουθήσει να έχει ένα πραγματικό ενεργειακό έλλειμμα φέτος. Ας μην ξεχνάμε ότι εκτός από την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας το φυσικό αέριο χρησιμοποιείται στη βιομηχανία και στην οικιακή κατανάλωση. Όλα αυτά σχηματικά έχουν αποτυπωθεί στο αίτημα να μειωθεί η κατανάλωση φυσικού αερίου κατά 15%.

Αυτή είναι η μία διάσταση του προβλήματος. Η άλλη είναι ότι τις τελευταίες δεκαετίες η Ευρωπαϊκή Ένωση επένδυσε στην εμπέδωση ενός συστήματος αγορών και χρηματιστηρίων ενέργειας που αυτή τη στιγμή εκτινάσσουν τις τιμές του ηλεκτρικού στα ύψη. Ο λόγος είναι ότι αυτές οι αγορές λειτουργούν με την αρχή ότι η τιμή διαμορφώνεται με βάση την τιμή της ποσότητας που καλύπτει τη ζήτηση.

Όμως αυτή τη στιγμή αυτές οι ποσότητες αφορούν φυσικό αέριο. Και στο φυσικό αέριο παγκοσμίως υπάρχουν πολύ υψηλές τιμές, εξαιτίας της απόσυρσης από τις αγορές σημαντικών ποσοτήτων ρωσικού φυσικού αερίου. Ειδικά στην Ευρώπη, οι τιμές είναι ακόμη πιο υψηλές εξαιτίας του καθαρού ελλείμματος σε φυσικό αέριο που περιγράψαμε πιο πάνω και αυτό αποτυπώνεται στις τιμές στο σύστημα διαπραγμάτευσης TTF.

Αυτό σημαίνει ότι οι τιμές του φυσικού αερίου συμπαρασύρουν προς τα πάνω συνολικά τις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας, υποχρεώνοντας τις κυβερνήσεις να επιδοτούν αδρά τους καταναλωτές αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις και παρόχους ενέργειας που καλούνται να την προμηθευτούν σε πολύ υψηλές τιμές χονδρικής.

Άρα η Ευρώπη πρέπει ταυτόχρονα να μειώσει την κατανάλωση ενέργειας αλλά και να βρει και έναν τρόπο οι τιμές να είναι πολύ μικρότερες. Και αυτό να κάνει με κοινό βηματισμό, παρά τις διαφορές που υπάρχουν στις χώρες και παρά εάν θέλετε τη διαφορετική κοινωνική επίπτωση που μπορεί να υπάρχει σε διαφορετικές χώρες.

Επιπλέον, όλα αυτά μπλέκονται και με πολιτικούς υπολογισμούς: για παράδειγμα σε επίπεδο G7, που όμως περιλαμβάνει και χώρες που δεν αντιμετωπίζουν την ίδια ενεργειακή συνθήκη με την ΕΕ, υπάρχει πίεση για επιβολή ανώτατου ορίου στις τιμές ειδικά του ρωσικού φυσικού αερίου και πετρελαίου, κάτι που βέβαια μάλλον επιταχύνει το κλείσιμο της στρόφιγγας.

Οι αμήχανες εξαγγελίες

Ενδεικτικό του προβλήματος το γεγονός ότι ενώ αρχικά είχε διαμηνυθεί ότι οι ανακοινώσεις θα γίνονταν στη σύνοδο των υπουργών ενέργειας στις 9 Σεπτεμβρίου, τίποτα το σημαντικό δεν προέκυψε από εκείνη τη συνάντηση.

Αντιθέτως, πιο συγκεκριμένες, αλλά όχι λιγότερο αμήχανες ήταν οι εξαγγελίες που έκανε η φον ντερ Λάιεν και οι οποίες αντανακλούσαν και τις τρέχουσες προτάσεις που επεξεργάζεται η Επιτροπή.

Το βασικό μέτρο που προτείνεται είναι να υπάρξει ένα φόρος στα υπερκέρδη των επιχειρήσεων που παράγουν ηλεκτρική ενέργεια και δεν χρησιμοποιούν φυσικό αέριο. Αυτό θα γίνει μέσω ενός μηχανισμού όπου θα υπολογιστεί μια ανώτατη τιμή στα 180 ευρώ/MWh και από εκεί θα θεωρείται ότι είναι υπερκέρδη. Η ελπίδα είναι ότι αυτό, σε συνδυασμό με τη κάποιο επιπλέον έκτακτο φόρο και προς τις επιχειρήσεις πετρελαίου, φυσικού αερίου και γαιάνθρακα, θα επιτρέψει τη συγκέντρωση 140 δισεκατομμυρίων ευρώ που θα μπορούσαν μετά να ενισχύσουν τα ευάλωτα νοικοκυριά και κάποιες επιχειρήσεις.

Βεβαίως μένει να δούμε εάν αυτή η πρόταση θα μπορέσει να έχει τη συναίνεση των κρατών μελών για τεθεί σε εφαρμογή.

Προς το παρόν η Επιτροπή θέλει να σχεδιάσει μια συνολική μεταρρύθμιση των αγορών ενέργειας, έτσι ώστε να μην έχει τόσο μεγάλη βαρύτητα η τιμή του φυσικού αερίου, αλλά δεν είναι βέβαιο πότε θα εφαρμοστεί. Άλλωστε, ολόκληρος ο κλάδος ενέργειας και οι επενδύσεις σε αυτόν στην Ευρώπη στηρίζονται σε αυτό το μηχανισμό.

Επίσης η Επιτροπή θέλει να βρει και μια εναλλακτική λύση στον δείκτη TTF που είναι ο δείκτης αναφοράς για το αέριο στην Ευρώπη, κάτι που επίσης συναντά αντιδράσεις, καθώς για τις εταιρείες που εμπλέκονται παραμένει ο πιο αποτελεσματικός τρόπος τιμολόγησης.

Άλλωστε, η Νορβηγία, στην οποία στρέφεται μεγάλο μέρος της πίεσης για να μειωθεί η τιμή που πωλείται το νορβηγικό φυσικό αέριο, παραμένει επιφυλακτική σε μέτρα επιβολής περιορισμού στην τιμή και αντιπροτείνει να συνάπτονται πιο μακροχρόνια συμβόλαια ώστε να σταθεροποιηθούν οι τιμές.

Και βεβαίως υπάρχουν οι προτάσεις για μείωση της κατανάλωσης. Εδώ η πρόταση αφορά τη μείωση της κατανάλωσης στις ώρες αιχμής που συμπίπτουν με ώρες που δεν υπάρχει μεγάλη τροφοδοσία από ανανεώσιμες πηγές ενέργειες. Όμως και εδώ η εφαρμογή θα έχει σημαντικά προβλήματα, καθώς επειδή δεν μιλάνε για διακοπές παροχής, αυτό σημαίνει μια διαπραγμάτευση με τη βιομηχανία που δεν είναι πάντα εύκολη.

Πάντως δεν είναι τυχαίο ότι το ΔΝΤ, δια στόματος της ίδιας της Κρισταλίνα Γκεοργίεβα, προειδοποίησε ότι εάν ο χειμώνας είναι βαρύς, υπάρχει μεγάλος κίνδυνος κοινωνικής αναταραχής στην Ευρώπη.