Αριστερή κυβερνησιμότητα; – Η ελληνική περίπτωση

0

Υπό κανονικές θα φάνταζε μια αντίφαση εν τοις όροις. Μια μακρά πολιτική και θεωρητική παράδοση επέμεινε ότι ο ορίζοντας των πολιτικών μορφών του εργατικού κινήματος, ιδίως αυτών που είχαν ορίζοντα τον «σοσιαλιστικό μετασχηματισμό» και δη σε επαναστατική εκδοχή, δεν μπορεί να είναι η διαχείριση του «αστικού» κράτους, αλλά η εγκαθίδρυση μιας διαφορετικής εκδοχής εξουσίας, ταυτόχρονα πιο δημοκρατικής αλλά και πιο αποφασιστικής ως προς την κλίμακα των μετασχηματισμών που θα επέφερε, μιας εξουσίας με ορίζοντα την αυτοαναίρεσή της, αυτό που περιγράφηκε ως η «απονέκρωση του κράτους»

Βεβαίως, ο «σύντομος 20ος αιώνας» σφραγίστηκε από την άσκηση εξουσίας στο όνομα μεν της εργατικής τάξης και των άλλων υποτελών τάξεων, αλλά μέσα από το κράτος. Είτε στη μορφή των «σοσιαλιστικών κρατών», με τον έντονο κρατισμό, την αποθάρρυνση της συμμετοχής και τη βάναυση επέκταση των κατασταλτικών μηχανισμών. Είτε στη μορφή των κυβερνήσεων της ιστορικής σοσιαλδημοκρατίας, με την αυξημένη κρατική παρέμβαση στην οικονομία και τη διαμόρφωση του κοινωνικού κράτους αλλά και την αδυναμία να υψώσουν τελικά αποτελεσματική άμυνα απέναντι στην νεοφιλελεύθερη αντεπίθεση, έως του σημείου της πλήρους μετατόπισης στο έδαφος του αντιπάλου.

Η αρχή του 21ου αιώνα φάνηκε να επαναφέρει στο προσκήνιο το ερώτημα μιας «αριστερής διακυβέρνησης» και μάλιστα με όρους που να υπερβαίνουν τα προηγούμενα διλήμματα. Πρώτα στη Λατινική Αμερική, όπου ήταν και μεγαλύτερο το βάθος των κινημάτων που τροφοδότησαν τις πολιτικές ανατροπές, και αργότερα, στο φόντο και κρίσης του ευρώ, στον Ευρωπαϊκό Νότο, όπου όμως πήραν, σε αντίθεση με τη Λατινική Αμερική, τα χαρακτηριστικά της ήττας, της συνθηκολόγησης και τελικά της απεμπόλησης του όποιου αρχικού ριζοσπαστισμού.

Ειδικά η ελληνική περίπτωση, μια που εδώ υπήρξε όντως με τυπικούς όρους «αριστερή διακυβέρνηση», σε αντίθεση π.χ. με την Ισπανία, εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται με αμηχανία, πρώτα και κύρια από τους ίδιους τους πρωταγωνιστές της που έχουν αποφύγει να προχωρήσουν σε μια αποτίμηση που να μην καταλήγει σε κάποια παραλλαγή αυτοδικαίωσης, ακόμη και όταν αυτή βασίζεται στην επίκληση ανυπέρβλητων δυσκολιών και εμποδίων.

Απροθυμία αναμέτρησης με θεωρητικά και στρατηγικά ερωτήματα

Χαρακτηριστική στη σχετική συζήτηση είναι η απροθυμία μιας πιο ουσιαστικής θεωρητικής αναμέτρησης, ακόμη και με εργαλεία που υπήρξαν υποτίθεται καίρια σημεία αναφοράς. Για παράδειγμα, η συχνή επίκληση του Πουλαντζά και του «δημοκρατικού δρόμου για το σοσιαλισμό» ή της αντίληψης του κράτους ως «συσχετισμού δυνάμεων», παραβλέπει το βάθος των αναλύσεων του Πουλαντζά για την αυταρχική μετάλλαξη του κράτους (αυτό που ονόμασε αυταρχικό κρατισμό και με ιδιαίτερη θεωρητική διορατικότητα συνέδεσε με τον ακόμη αναδυόμενο το 1979 νεοφιλελευθερισμό). Ουσιαστικά, αυτή η επίκληση παραβλέπει το γεγονός ότι το κράτος αποτελεί όντως έναν συσχετισμό δύναμης, που όμως είναι αποκρυσταλλωμένος σε θεσμούς, υλικές πρακτικές, γνώσεις και διαδικασίες και ως εκ τούτου είναι αρκετά πιο «θωρακισμένος» απέναντι σε εξωτερικές παρεμβάσεις. Παραβλέπει, επίσης, τις διαρκείς προειδοποιήσεις του Πουλαντζά για την ανάγκη ισχυρών αυτόνομων κινημάτων ως αναπόσπαστο τμήμα μιας δημοκρατικής μετασχηματιστικής διαδικασίας, στοιχείο που προφανώς καμία σχέση δεν έχει με την απλή προσπάθεια στελέχωσης του κρατικού μηχανισμού για τη διαχείριση πολιτικών λιτότητας.

Άλλωστε, βιβλία όπως το «Κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός» του Πουλαντζά, δεν ήταν μεμονωμένα θεωρητικά διαβήματα. Αποτελούσαν τμήμα μιας συνολικότερης συζήτησης, που ήταν συνάμα στρατηγική και θεωρητική και συνδεόταν με μεγάλα κόμματα και αντίστοιχα μεγάλα κινήματα. Ούτε ήταν τυχαίο ότι αυτή η συζήτηση σφραγιζόταν από πραγματική αναζήτηση ριζοσπαστικών μεταρρυθμίσεων και στο επίπεδο της οικονομίας. Από περίφημο σχέδιο Meidner στη Σουηδία, που φιλοδοξούσε να διαμορφώσει μορφές κοινωνικής ιδιοκτησίας, έως τις παραλλαγές Εναλλακτικής Οικονομικής Πολιτικής της βρετανικής αριστεράς αλλά και τη μεγάλη συζήτηση για την αυτοδιαχείριση στη Γαλλία, τα παραδείγματα προγραμματικής αναζήτησης ακόμη και από «μεταρρυθμιστικά» ρεύματα της αριστεράς εντυπωσιάζουν. Και σίγουρα μικρή σχέση έχουν με τον τρόπο που σε μεγάλο βαθμό σήμερα η αριστερή οικονομική πολιτική έχει περιοριστεί απλώς στην άρνηση της λιτότητας, την αναδιανομή εισοδήματος και την αξιοποίηση της δημόσιας δαπάνης ως αναπτυξιακού μοχλού, χωρίς προσπάθεια κάποιου συνολικότερου παραγωγικού μετασχηματισμού.

Κρίση στρατηγικής και στις δύο πλευρές

Το παράδοξο είναι ότι αυτή η αδυναμία στρατηγικής επεξεργασίας συμπίπτει με μια περίοδο αντίστοιχης στρατηγικής αμηχανίας και στην αντίπερα όχθη όπως αποτυπώνεται στην εμφανή εξάντληση του νεοφιλελεύθερου οικονομικού «παραδείγματος» που θεώρησε την απελευθέρωση των αγορών ως ένα είδος κοινωνικού εξορθολογισμού, εξάντληση που με τη σειρά της τροφοδοτεί και πλευρές μιας βαθύτερης πολιτικής κρίσης και κρίσης νομιμοποίησης, που ενίοτε εκφράζεται και ως κρίση ηγεσίας. Σύμπτωση που υποδηλώνει ακριβώς τα προβλήματα που έχει ο τρόπος που η όλο και μεγαλύτερη εμπλοκή στην παραδοσιακή πολιτική και τον «εκλογικό κύκλο» υποκαθιστά την αναγκαία αναμέτρηση με το χαρακτήρα ρήξης που αποτελεί την αναγκαστική αφετηρία οποιοσδήποτε εκδοχής «αριστερής κυβερνησιμότητας».

Η ανάγκη νέου ριζοσπαστισμού

Η αποτυχία των προσπαθειών να απαντηθεί η επικείμενη κλιματική καταστροφή, με βάση η τις «δυνάμεις της αγοράς», αποτυχία που σφράγισε την COP27, διαμορφώνει ένα πεδίο όπου ο ριζικός κοινωνικός μετασχηματισμός του κυρίαρχου μοντέλου «ανάπτυξης» αναδεικνύεται στη μόνη πραγματικά εφικτή στρατηγική επιβίωσης, διαμορφώνοντας το έδαφος μιας νέας πνοής και για το «σοσιαλιστικό όραμα». Όμως, απαιτεί τον στρατηγικό (και κοινωνικό σε τελική ανάλυση) ριζοσπαστισμό που λείπει από τις περισσότερες προτάσεις «αριστερής διακυβέρνησης».


Πηγή