Αντώνης Μπέζας: “Οι κίνδυνοι από τον αλβανικό παραλογισμό- Η μυστική διαπραγμάτευση Κοτζιά”

0

Ο υπουργός Εξωτερικών Νίκος Κοτζιάς μετά την εθνικά απαράδεκτη συμφωνία των Πρεσπών, βιάζεται, μέσω μιας «εν κρυπτώ» διαπραγμάτευσης, να δώσει τα χέρια με τον αλβανό ομόλογό του Ντιτμίρ Μπουσάτι ώστε να φύγει για τις καλοκαιρινές του διακοπές. Η ευρωπαϊκή πορεία της Αλβανίας είναι ο τελικός στόχος, στην πράξη όμως τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα και εγκυμονούν σοβαρούς κινδύνους για τα εθνικά μας θέματα.

Εκτός από το ζήτημα του καθορισμού των θαλάσσιων ζωνών, σε σύγκριση με την αρχική συμφωνία Ελλάδας – Αλβανίας και παρά τα όσα αντίθετα διαδίδονται από το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών, οι Αλβανοί με τις δημόσιες δηλώσεις τους εγείρουν αξιώσεις και για το λεγόμενο «τσάμικο ζήτημα».

Η ιδέα της «Μεγάλης Αλβανίας» γίνεται ολοένα και πιο διαδεδομένη τα τελευταία χρόνια στη γειτονική χώρα. Οι αλυτρωτικές απόψεις, σε αντίθεση με την Ελλάδα, αποτελούν επίσημη κυβερνητική θέση και δεσπόζουσα ιδεολογία στους πνευματικούς θεσμούς και τα μέσα ενημέρωσης. Από το 1994 η αλβανική Βουλή, επιχειρώντας να παραλληλίσει το ζήτημα των Τσάμηδων με το ολοκαύτωμα των Εβραίων, καθιέρωσε την 27η Ιουνίου (1944), ως «ημέρα «γενοκτονίας των Τσάμηδων», ενώ το αλβανικό Υπουργείο Πολιτισμού χρηματοδότησε το 2012 την κατασκευή μνημείου για τη «θηριωδία των Ελλήνων», στην περιοχή μεταξύ Μουρσίου και Τζάρας στα ελληνοαλβανικά σύνορα, μνημείο στο οποίο έγιναν και φέτος εκδηλώσεις από την τσάμικη κοινότητα.

Ο αλβανός πρωθυπουργός Έντι Ράμα έχει θέσει ευθέως θέμα ανθρωπίνων δικαιωμάτων των Τσάμηδων και αναγνώρισης της γενοκτονίας τους από τους Έλληνες (δικαίωμα στη μνήμη), όπως και τη δυνατότητας ελεύθερης διακίνησης και δικαστικής διεκδίκησης περιουσιών για τους απόγονους της τσάμικης κοινότητας (δικαίωμα στην περιουσία).

Παράλληλα, έχει θεωρήσει ως «παραλογισμό τη διατήρηση του εμπολέμου Ελλάδος- Αλβανίας και ζωντανό φάντασμα που αιωρείται με νομικές συνέπειες και αφόρητα εμπόδια στους πολίτες», γεγονός που έχει αποδεχθεί και ο έλληνας υπουργός Εξωτερικών, δηλώνοντας ότι «αυτές είναι ανοησίες ιστορικές τις οποίες πρέπει να τις τελειώνουμε».

Δικαιώματα στη μνήμη και την περιουσία

Σε σχέση με τα υποτιθέμενα δικαιώματα στη μνήμη και την περιουσία, είναι ιστορικά αποδεδειγμένο ότι όχι μόνο δεν έγινε γενοκτονία των Τσάμηδων από τους Έλληνες, αλλά oι Τσάμηδες, ως συνεργάτες των Ιταλών και των Γερμανών, επιχείρησαν την εκκαθάριση του ελληνικού πληθυσμού, είτε μέσω του φυσικού του αφανισμού, είτε μέσω της τρομοκράτησης και φυγής του, και έχοντας ως αποδεδειγμένο σκοπό την ενσωμάτωση περιοχών της Ηπείρου στο αλβανικό κράτος.

Απέναντι στη φασιστική βαρβαρότητα, το ελληνικό στοιχείο κράτησε στάση άμυνας και νομιμότητας. Η εκκένωση της Θεσπρωτίας από τον αλβανομουσουλμανικό πληθυσμό το Νοέμβριο του 1944 – μετά από απόφαση της ηγεσίας τους για αποχώρηση υπό το βάρος των εγκλημάτων τους – υπήρξε συντεταγμένη και δε συνοδεύτηκε από ενέργειες στρατιωτικών μονάδων.

Για τους Τσάμηδες, μάλιστα, που είχαν εμπλακεί σε εγκλήματα έγιναν δίκες από το Ειδικό Δικαστήριο Δωσιλόγων Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν περίπου 1.700 αποφάσεις και 1.930 από αυτούς καταδικάστηκαν ως εγκληματίες πολέμου και συνεργάτες των κατακτητών. Ταυτόχρονα, τους αφαιρέθηκε μαζικά η ελληνική ιθαγένεια με αποφάσεις δικαστηρίων και με επικουρικές διοικητικές πράξεις και δημεύθηκαν οι περιουσίες τους με δεδομένο ότι έφυγαν από την Ελλάδα εκούσια και χωρίς πρόθεση να επανέλθουν σ’ αυτή.

Αξίζει να σημειωθεί, ότι με βάση την υφιστάμενη ελληνική και ευρωπαϊκή νομολογία, η διεκδίκηση από τους Τσάμηδες αυτών των δημευθέντων περιουσιών δεν μπορεί να ευδοκιμήσει, αφού η ευρωπαϊκή προστασία περιουσιακών δικαιωμάτων δεν εκτείνεται σε γεγονότα προ του 1950 (γνωμοδοτήσεις και σχετική απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για τους Σουδήτες της Τσεχοσλοβακίας, αποφάσεις Δικαστηρίου Ευρωπαϊκής Ένωσης και Αρείου Πάγου σε προσφυγές κατοίκων Φλώρινας που είχαν καταδικασθεί για δωσιλογισμό κλπ).

Ούτε μπορεί να τίθεται στην ίδια μοίρα ο «επίσημος αλβανικός αλυτρωτισμός» περί Τσαμουριάς με την Βόρεια Ήπειρο, όταν υπάρχει το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας του 1914 που αναγνώριζε το αυτόνομο κράτος της Βορείου Ηπείρου καθώς και το Πρωτόκολλο της Καπεστίτσας του 1920 για περιορισμένη αυτονομία της Βορείου Ηπείρου, τα οποία ουδέποτε ελληνική κυβέρνηση από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου έχει διανοηθεί να απεμπολήσει.

Η άρση του εμπολέμου

Τον Απρίλιο του 1939, επί βασιλείας Αχμέτ Ζώγου, η αλβανική Βουλή αποφάσισε ότι όποια χώρα βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση με την Ιταλία, θεωρείται εχθρική για την Αλβανία. Η απόφαση αυτή, της κήρυξης δηλαδή της εμπολέμου καταστάσεως με την Ελλάδα, συνοδεύτηκε από την ενίσχυση των ιταλικών μεραρχιών που εισέβαλλαν στην Ελλάδα με 18 τάγματα του αλβανικού στρατού. Το Νοέμβριο του 1940, με τον Α.Ν. 2636/1940, αμέσως μετά την εισβολή της Ιταλίας διαμέσου της Αλβανίας, και η Ελλάδα κήρυξε με τη σειρά της εμπόλεμη κατάσταση με την Αλβανία.

Το 1944 ο Ενβέρ Χότζα, στο συνέδριο της Πρεμετής, όπου έθεσε τις βάσεις του κομμουνιστικού αλβανικού κράτους, διακήρυξε την ακύρωση όλων των αποφάσεων των προηγούμενων κυβερνήσεων. Τον Ιούλιο του 1992, η κυβέρνηση Μπερίσα ακύρωσε με τη σειρά της όλες τις αποφάσεις του κομμουνιστικού καθεστώτος και επανέφερε σε ισχύ εκείνες των κυβερνήσεων του βασιλιά Ζώγου. Έτσι, έχουμε μέχρι σήμερα το «αλβανικό εμπόλεμο», που θέσπισε η αλβανική βουλή το 1939, το οποίο δεν καταργήθηκε με νόμο, ούτε από το κομμουνιστικό καθεστώς, ούτε από τις μετέπειτα δημοκρατικές κυβερνήσεις.

Από ελληνικής πλευράς, επί κυβερνήσεως Ανδρέα Παπανδρέου, στις 28.8.1987, με απόφαση του υπουργικού συμβουλίου για άρση της εμπολέμου καταστάσεως με την Αλβανία, ο χαρακτήρας της Αλβανίας ως εχθρικού κράτους έπαψε να υφίσταται. Το 1996 μάλιστα, εκτός από την άρση του «ελληνικού εμπολέμου», με νέα πράξη του υπουργικού συμβουλίου η Ελλάδα προχώρησε και στην υπογραφή Συμφώνου Φιλίας με την Αλβανία (Ν.2568/1998).

Ενώ λοιπόν η Ελλάδα έχει άρει πρακτικά και ουσιαστικά το εμπόλεμο, η αλβανική πλευρά δεν αρκείται στην απόφαση του υπουργικού συμβουλίου του 1987 αλλά επιμένει ότι πρέπει να υπάρξει κύρωση μέσω του ελληνικού Κοινοβουλίου. Η υποκρισία τους είναι, ότι ενώ ζητούν από την Ελλάδα την τυπική ολοκλήρωση της διαδικασίας, οι ίδιοι με τη σειρά τους δεν έχουν προωθήσει νομοθετική ρύθμιση ακύρωσης της απόφασης του «αλβανικού εμπολέμου» του 1939.

Το εμπόλεμο, όμως, εκτός από τη διεκδίκηση των περιουσιών της τσάμικης κοινότητας σχετίζεται και με τις περιουσίες αλβανών υπηκόων (οι Τσάμηδες τότε είχαν ελληνική υπηκοότητα) που βρίσκονταν εκείνη την περίοδο στο ελληνικό έδαφος και χαρακτηρίστηκαν ως «εχθρικές» με τον Α.Ν. 2636/1940. Αυτές τέθηκαν σε καθεστώς μεσεγγύησης έως θεωρητικά το τέλος των εχθροπραξιών (περίπου 200 στον αριθμό) και το ελληνικό κράτος έκτοτε τις διαχειρίζεται μέσω της ενοικίασης σε ιδιώτες.

Σ’ ένα ευρωπαϊκό περιβάλλον ειρήνης και συνεργασίας, είναι φυσικό να μην υπάρχει εμπόλεμη κατάσταση και θα πρέπει προφανώς να καταργηθεί, πρωτίστως από την Αλβανία. Η ελληνική κυβέρνηση οφείλει όμως να καταστήσει σαφές στην αλβανική πλευρά, και να το αποτυπώσει ρητά στην επικειμένη συμφωνία, ότι οι περιουσιακές διεκδικήσεις και τα υποτιθέμενα δικαιώματα των παλιών συνεργατών του φασισμού, είναι αξιώσεις ανυπόστατες επί της ουσίας και δε βασίζονται, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, στο διεθνές και ευρωπαϊκό δίκαιο.

Επίσης, με δεδομένο ότι η Αλβανία κήρυξε πρώτη το εμπόλεμο προς την Ελλάδα, θα πρέπει να υπάρξει επωφελής για την ελληνική πλευρά μέριμνα και για τις «εχθρικές» περιουσίες, με πρακτικές που έχουν εφαρμοστεί σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Στην περίπτωση αυτή, δεν μπορεί οι διεθνείς συνθήκες να ισχύουν για τις περιουσίες που τελούν υπό μεσεγγύηση και να μην γίνονται σεβαστές από τους αλβανούς σε σχέση με τα περιουσιακά δικαιώματα, εντός του αλβανικού κράτους, της ελληνικής εθνικής μειονότητας.

Δυστυχώς, η καταστροφική συμφωνία των Πρεσπών και οι τυχοδιωκτικοί χειρισμοί τετελεσμένων του κ. Κοτζιά, αποτελούν το χειρότερο προηγούμενο για την αντιμετώπιση της ανιστόρητης αλβανικής προκλητικότητας.

Αντώνης Μπέζας πρώην υπουργός και βουλευτής Θεσπρωτίας.